Ψυχή εγκλωβισμένη.

Σήμερα είναι Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 1938.

Τελικά ήρθε να μιλήσουμε. Μιλήσαμε, του τα είπα έξω από τα δόντια και αποφάσισα να δώσω τόπο στην οργή, αφού είδα ότι ούτε εκείνος ήθελε να χωρίσουμε. Τα είπα όλα όπως τα ήθελα. Τον στρίμωξα αρκετά και κατάλαβε, θέλω να πιστεύω, ότι και εκείνος δεν είναι άγιος. Ήταν επιθετικός και βίαιος απέναντι μου. Με χτύπησε χωρίς να τον αγγίξουν τα δάκρια μου. Δεν ξέρω πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση. Έχω βάλει ένα χρονικό όριο στον εαυτό μου για τη σχέση μας. Αν μέχρι τότε δε δω κάποια θετική εξέλιξη, τότε ο χωρισμός πια είναι μονόδρομος. Τότε ποιος ξέρει τι θα λέει η κοινωνία για μένα. Οι γονείς μου θα ντρέπονται για λογαριασμό μου, που ο «τέλειος» παράτησε την κόρη τους. Θέλω να προσπαθήσω μέχρι να εξαντλήσω κάθε περιθώριο μαζί του οπότε αν πω «χωρίζω», να ξέρω τουλάχιστον εγώ, ότι είμαι αθώα. Εδώ η κοινωνία είναι κλειστή δεν ανέχεται μάνες δίχως άντρες. Θα φύγω, θα κατέβω στην Αθήνα στην ξαδέρφη μου. Έχει χώρο να μας φιλοξενήσει εμένα και τη Τζένη. Το μυαλό μου γυρνάει πάλι σε αυτόν. Σήμερα το βράδυ που ήλπιζα να έρθει, εφόσον τη Δευτέρα το πρωί δε θα πάει στην πόλη, πάλι δεν ήρθε. Έχω ζητήσει ελάχιστα πράγματα μέχρι τώρα και είμαστε κιόλας 4 χρόνια μαζί. Δεν έχουμε βγει ούτε μία φορά με το παιδί. Έχει έρθει μόνο δύο φορές να μιλήσουμε, γιατί και όταν ήρθε να μιλήσουμε αναγκαίο ήταν, δεν ήρθε σπίτι. Γενικότερα, κάνω τόση υπομονή με την τόση δουλειά που έχει και τις τόσες υποχρεώσεις αλλά ως πότε; Περνάμε ελάχιστο χρόνο μαζί, δεν ξέρω ως πότε θα κάνω υπομονή. Έχω αρχίσει να εξαντλούμε. Γι’αυτό έβαλα ένα περιθώριο στον εαυτό μου και όταν το ξεπεράσω, θα θίξω το θέμα ανοιχτά. Απλώς, τότε θα ξέρω πως έκανα ό,τι μπορούσα αλλά εκείνος δεν το εκτίμησε και δεν προσπάθησε όσο μπορούσε γιατί δεν προσπαθεί όσο μπορεί και όσο θα ήθελα. Δεν είμαι και στην καλύτερή μου φάση. Οι δικοί μου με χρειάζονται συχνά για τις θεραπείες του αδερφού μου, με τον άντρα μου η κατάσταση είναι μέτρια και γενικά δεν είμαι στα καλύτερά μου. Με τα βιβλία που μου στέλνει κρυφά η ξαδέρφη μου, βλέπω με αυτά που νιώθω, ότι ξαναπερνάω έντονη θλιψη, όπως όταν έμεινα έγκυος. Όταν κατέβω στην Αθήνα θα σπουδάσω. Οι γονείς μου δεν με άφησαν τότε γιατί έλεγαν ότι η γυναίκα είναι για να γεννάει. Έχω φορτιστεί από όλα αυτά και έφτασα στα όριά μου. Δεν έχω όρεξη να μιλήσω, να ανοιχτώ, να βγω. Δεν έχω διάθεση για τίποτα. Βία, επιθετικότητα και στο τέλος θλίψη. Το μόνο που θέλω είναι να τα κρατάω όλα μέσα μου, να τα περνώ μόνη μου και έχω την ανάγκη να κλειστώ. Έτσι αντιδρώ όταν φτάνω στα όριά μου, κλείνομαι στον εαυτό μου. Είναι η άμυνά μου. Δεν καταλαβαίνει κάνεις τι περνάω γιατί δε μιλάω και δεν το δείχνω, αλλά έτσι νιώθω. Θέλω να κλειστώ στον εαυτό μου. Αυτό έχω ανάγκη.

Νίκη.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s