Γνωριζόμαστε από κάπου.

Πολλές φορές τυχαίνει να αρέσει το ίδιο αγόρι σε δύο φίλες. Άλλες φορές πάλι, δύο φίλοι να πάνε με την ίδια κοπέλα όπου κάποιες άλλες φορές αυτά τα μπλεξίματα οδηγούν σε γκρέμισμα φιλίας.

Έτσι κι εγώ βρέθηκα σε μια παρόμοια κατάσταση. Όχι να μας αρέσει το ίδιο αγόρι με τη φίλη μου αλλά εκείνος όταν βρήκε πόρτα κλειστή στη μία στράφηκε κατευθείαν στην άλλη. Η ιστορία αυτή έχει κοντά στα 2.5 χρόνια όταν μετά από αρκετές μέρες αποφάσισα να επιστρέψω στους γονείς μου για Σαββατοκύριακο από το φοιτητόσπιτό μου. Θα βγαίναμε εκείνη την μέρα με τη φίλη μου την Άννα για να μου γνωρίσει το νέο της αγόρι. Ας τον πούμε Θωμά. Αφού είχαμε δώσει ραντεβού σε συγκεκριμένο σημείο και φτάνω πρώτη, βλέπω από μακριά να πλησιάζει η Άννα χεράκι χεράκι με το Θωμά. Καθώς η μεταξύ μας απόσταση λιγόστευε, αρχίσα να μένω όλο και περισσότερο παγωμένη γιατί το αγόρι που συνόδευε τη φίλη μου πριν 2 βράδια την έπεφτε σε μένα τότε που είχα βγει παρέα με τον Α. και δεν είχε έρθει η Άννα. Η παρέα του ήταν σε παραδίπλα σταντ και καθώς περνούσε η ώρα και έπεφταν οι ρυθμοί του club, εκείνος ήρθε και κάθισε δίπλα μου καθώς εγώ περίμενα τον Α. να φύγουμε γιατί είχα βαρεθεί τελείως. Είχε αρχίσει να μου λέει για το πόσο καιρό ήταν μόνος του και ότι ήθελε απεγνωσμένα να κάνει μια καινούργια σχέση. Συνέχισε λέγοντα ότι είχε αρκετό καιρό που ψάχνει μια κοπέλα και ότι η αδερφή του πλέον τον συμβουλεύει να σταματήσει να ψάχνει κι ότι είναι να γίνει θα γίνει. Εγώ εκείνη την στιγμή ήθελα να φύγω όσο πιο γρήγορα γινόταν γιατί τα ποτά ήταν χάλια, τα παπούτσια με είχαν χτυπήσει και δεν έβρισκα τίποτα το ενδιαφέρον σε όλη τη βραδιά. Έτσι λοιπόν αφού είχα αρχίσει να νευριάζω με όλη την κοτσανολογία που άρχιζε να μου λέει ο τύπος, τον ρώτησα νευριασμένα γιατί λέει όλα αυτά σε μένα, και η απάντηση που πήρα ήταν «για να δω τη γνώμη σου» (τέρμα looser).

Είναι το γνωστό στυλ άντρα που ενώ έχει μείνει ένα μεγάλο διάστημα μόνος του, και συνήθως από επιλογή, προσπαθεί με νύχια και με δόντια να μπει ξανά στο σπορ του φλέρτ με τη μόνη διαφορά ότι εκείνος είχε μέινει πίσω στην ύλη. Γιατί ναι, ακόμα και στο φλερτ τα πράγματα εξελίσσονται όπως εξελίσσεται και η ίδια η κοινωνία και δεν μπορείς να χρησιμοποιείς τους ίδιους τρόπους που χρησιμοποιούσες πριν 5 χρόνια όταν ήσουν ξανά ελεύθερος καβαλάρης. Όπου σύμφωνα με έρευνες αυτοί που κατέχουν τα πρωτεία στο καλό φλερτ είναι οι Αμερικάνοι, κι αυτό γιατί ενημερώνονται συνεχώς για νέες τεχνικές και δεν νιώθουν θιγμένο το Εγω τους όταν φάνε άκυρο από μια κοπέλα.

Αντίθετα οι Έλληνες, μόλις καταφέρουν και πλησιάσουν μια κοπέλα και εκείνη δεν ανταποδώσει όπως περιμένουν στο κάλεσμα τους, θίγονται και ταυτόχρονα μπαίνουν σε μια διαδικασία υποβίβασης του εαυτού τους εναντιώνοντας πολλές φορές ακόμα και σε εκείνες.

Στην περίπτωση τη δική μου, όταν (ξανα)έδωσα το χέρι για να (ξανα)συστηθώ με το Θωμά, του είπα χαμογελαστά ότι έχουμε ξανασυστηθεί εκείνο το βράδυ, όπου φυσικά εκείνος αρνήθηκε το κάθε τι που άκουγε να λέω. Μπροστά μας. Γιατί την επόμενη μέρα, γύρισε και είπε στον Α. να μην πει κάτι για εκείνη την βραδιά στο club που μας έβλεπε και εκείνος να μιλάμε.

Τώρα για το τι έκανα εγώ με εκείνη την φίλη μου..χαθήκαμε. Γιατί όσο η φίλη μου μού έλεγε δικές τους εμπειρίες τόσο εγώ καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Ήταν βέβαια και η πρώτη της σοβαρή σχέση όπου ήταν και λίγο αναμενόμενο να πέσει με τα μούτρα σε αυτήν και να χαθεί από τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό και εγώ δεν της το είπα ποτέ ότι αυτός που μου σύστησε τότε, προσπαθούσε να κερδίσει εμένα το προηγούμενο βράδυ.  Ίσως και να το έκανα αν δεν εξαφανιζόταν ολόκληρα μερόνυχτα από την καθημερινότητα μου.

Υ.Γ.1: Η αλήθεια είναι ότι εκείνο το βράδυ δεν κατάλαβα ότι ο συγκεκριμένος προσπαθούσε να μου την πέσει (νηφάλιος) χρησιμοποιώντας αυτή τη γελοία μέθοδο. Αντιθέτως, νόμιζα ότι είχε παραπιεί και ήρθε να πει τον πόνο του σε μια κοπέλα επειδή από την αρχή του έκανε αισθητό ότι δεν πρόκειται να ανταποκρινόταν.

Υ.Γ.2: Όταν εξιστορούσα στο δικό μου αγόρι, με το τηλέφωνο κολλημένο στο αφτί, το παραπάνω σκηνικό,  εκείνος γέλασε. Γέλασε τόσο πολύ που αφού με είχε πιάσει πολυλογία για το «αν είναι δυνατόν να μου συμβεί κάτι τέτοιο», γύρισε και μου είπε με μεγάλη σοβαρότητα «…και ακόμα κάθεσαι και σκας για κατι που δεν αξίζει;»

Όπου ναι, αν πραγματικά με γέμιζε εκείνη η φίλη μου, θα της ήμουν από την αρχή ειλικρινής χωρίς να περιμένω την κατάλληλη στιγμή για να της πω ότι ο φίλος της έψαχνε απεγνωσμένα ένα θύμα και το βρήκε στο πρόσωπό της. Και αν ήμουν κι εγώ συνένοχη σε εκείνο το βράδυ, δεν θα έλεγα τα πάντα μαζί του στο τηλέφωνο, με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Φιλιά, Αντριάνα!

Advertisements

Στον τροχό της μέρας…

Ανοίγεις πρωί τα μάτια σου, πίνεις καφέ και βλέπεις τα πράγματα που πρέπει να κάνεις μέχρι το τέλος της μέρας. Η τηλεόραση στο σπίτι σου δεν ανοίγει σχεδόν ποτέ σε αντίθεση με τον υπολογιστή που δεν κλείνει ποτέ. Το ίντερνετ να προβάλλεται ασταμάτητα μπροστά σου και να βάζει στόχο να σε παρασύρει μαζί του.

Οι εργασίες της σχολής που πρέπει επιτέλους να τελειώσεις έχουν σχηματιστεί πλέον σε στοίβα και η πτυχιακή φωνάζει κάθε πρωί το όνομα σου. Το βράδυ δεν σε εμπιστεύεται γι’ αυτό δεν θέλει να της γράψεις. Είναι και τα βιβλία που πρέπει να διαβάσεις για να κάνεις την περίληψη τους. Όπου καθώς διαβάζεις, χάνεσαι. Φεύγει το μυαλό στην περιφέρεια σου, εκεί που το βιβλίο έχει στόχο να σε ταξιδέψει με το μυστήριο, τις εξαφανίσεις, τις αστυνομικές έρευνες και παιδιά βίαιων γονιών. Σέρρες η πόλη, Μακεδονία η περιφέρεια. Η εποχή παλιά, η ηλικία των πρωταγωνιστών ίσα με την τότε ηλικία της γιαγιάς σου και καθώς κοιτάς την ώρα για να κλείσεις το βιβλίο, σκέφτεσαι ότι είναι μεσημέρι. Εκεί μπλέκεται ξανά η παρουσία της γιαγιάς σου που δεν σε αφήνει να φύγεις από το σπίτι σου για να πας στο δικό σου χωρίς να πάρεις τα τάπερ της μαζί σου. Το κλασσικό πρότυπο Ελληνίδας μάνας (ακόμα και γιαγιάς) που όσες φορές κι αν της πεις ότι δεν τρως ελιές εκείνη πάλι θα σου λέει τι ωραία τις ξαρμύρισε για να σε κάνει με το ζόρι να τις φας. Εκεί που τις λες ότι θέλω μόνο [αυτό] να μου βάλεις, εκείνη βάζει και βάζει και βάζει και να γεμίζει η κατάψυξη κι αν της πεις κάτι για όλα που σου ‘βαλέ θα απαντήσει «καλά δεν ντρέπεσαι; Άλλα παιδάκια δεν έχουνε να φάνε κι εσύ μου τα επιστρέψεις;».

Υ.Γ.Τα χέρια μου στην μαγειρική δεν έπιαναν ποτέ. Για την ακρίβεια είμαι «κουλή» σε αυτό. Δεν μπόρεσα ποτέ να προσδιορίζω την ποσότητα της έκφρασης «με το μάτι» γι’ αυτό κιόλας όσα φαγητά μου τρώγονται είναι μετά από πολλά πετάγματα στον κάδο. Στο επόμενο μου ποστ (Τετάρτη βράδυ) θα σου πω τις μαγειρικές καταστροφές μου. Αν μαγειρεύεις χρόνια θα γελάσεις αλλά αν αρχίζεις τώρα να αποκτάς τον δικό σου έλεγχο σε αυτό που λέγεται «κουζίνα» θα σου φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο για να τις αποφύγεις κι εσύ.

 

Φιλιά, Αντριάνα! 

Come baby, Be my baby.

Όταν είσαι μέσα σε μία παιδαγωγική σχολή, μιλάς συνέχεια για ψυχολογία, ιστορία, γλώσσα, μαθηματικά, τέχνη, πληροφορική, περιβάλλον, παιδαγωγικά…και αν θέλεις να κάνεις ένα βήμα παραπάνω από τα συγκεκριμένα που σου προσφέρουν στο μάθημα, αρχίζεις να το σκαλίζεις μόνος σου. Στο πρώτο έτος της φοίτησης, εκεί που περιεργάζεσαι τη σχολή σου, υπάρχουν άλλοι που ενθουσιάζονται, άλλοι που είναι δύσπιστοι, άλλοι καχύποπτοι και φυσικά άλλοι απογοητευμένοι. Απογοήτευση άρχιζαν να νιώθουν όταν αντιλαμβανόντουσαν ότι ένα παιδί μεταξύ (τυπικά) 4 ως 6 χρονών δεν έχει την ίδια επικοινωνία με ένα οχτάχρονο ή δεκάχρονο, παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις παιδιά τα θεωρούμε. Όταν τύχαινε και βρισκόμουν σε κουβέντες περί εκτίμησης σχολής, πεταγόμουν και ανέφερα την ιδιαίτερη προτίμηση μου στα βρέφη, δηλαδή στα πριν 4-6 χρόνια, παρά στα από εκεί και πέρα! Μπορεί γι’ αυτό κιόλας να έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία σε ιστορίες τοκετού.

Η αλήθεια είναι ότι αυτές τις ιστορίες δεν τις κυνηγάω, ούτε κάθομαι να κρατήσω ολόκληρο ιστορικό από την κάθε μία μαμά, αλλά πίστεψε με, κατά βάθος είναι όόόλες διαθέσιμες να σου πουν τις εμπειρίες τους με τα παιδιά τους, όσα παιδιά κι αν έκαναν. Αν όμως πρέπει να αποδώσω κάπου όλο αυτό ενδιαφέρον -ηλικία γονιού, εγκυμοσύνη, γέννηση, λοχεία, πρώτα χρόνια,δεσμοί- και το λόγο που κάθομαι βραδιάτικα και ειδικά αρχή άνοιξης-καλοκαιριού να σου μιλάω για όλα αυτά, λέω να μη το κάνω γιατί θα το καταλάβεις από μόνη σου.

Σου έχω αναφέρει ξανά εδώ ότι το να κυκλοφορείς έξω με ένα καρότσι σε (σχετικά πάντα) μικρή ηλικία (κάτω των 26) αντιμετωπίζεις πλέον ρατσισμό. Ναι είμαι απόλυτη σε αυτό-δεν αλλάζω γνώμη-μπορώ να στο τεκμηριώσω! Είναι το κλασσικό πρότυπο δυτικής οικογένειας. Αυτό που στα 18 μπαίνεις στη σχολή των ονείρων σου, στα 24 αρραβωνιάζεσαι το καλό και πλούσιο παλικάρι, στα 25 με 26 παντρεύεσαι, 27 κάνεις το πρώτο παιδί, μέχρι τα 40 έχεις τέσσερα, απ’ έξω παρκαρισμένο το καλό αυτοκίνητο, σε σπίτι με χαμηλό το φράχτη. Άντεξες να τα διαβάσεις όλα αυτά;

Είναι αυτό το ιδανικό που έστω και κατά βάθος πολλοί από μας προσπαθούμε να το καταφέρουμε, βάζοντας πολλές φορές μπροστά τις γνωστές ατάκες: α) θα κάνεις από τα 20/21/23… παιδί; χάνεις τα καλύτερα χρόνια της ζωής σου, β) θα μπλέξεις από τώρα και όταν μεγαλώσεις θα σου μείνουν απωθημένα, κοίτα τώρα να περνάς καλά, γ) εδώ δεν έχετε σταθερή δουλειά, για γάμους και παιδιά ενδιαφέρεσαι; Οι απαντήσεις που μπορούν να δοθούν σε κάθε α, β, γ, είναι πραγματικά πάρα πολλές, αλλά ενδεικτικά θέλω να σου πω ότι πρώτων, ποιος σου είπε ότι από τα 20 δεν μπορείς να συντηρήσεις ένα ακόμα άτομο, δεύτερον, ποιος κολλημένος προσπαθεί να σε πείσει ότι με ένα παιδί σταματάει η ζωή σου (μόνο αν το επιτρέψεις εσύ συμβαίνει) και τρίτον τα χρήματα στο τέλος πάντα βρίσκονται, ακόμα και την τελευταία στιγμή.

Σήμερα που λες διάβασα δύο ιστορίες τοκετού που στην μία η κοπέλα ήταν 19 και στην άλλη 21. Τα ίδια ακριβώς με τα παραπάνω ερωτήματα έθετε κι αυτή στην ιστορία της. Εκτός όμως από αυτές τις δύο, κοίτα σύμπτωση! Σήμερα που ήμουν σε ένα κομμωτήριο, η κομμώτρια μου έλεγε την δική της ιστορία. Πριν δέκα χρόνια έχασε ένα βρέφος 4 ημερών και μετά από εννιά χρόνια μένει ξανά έγκυος την ίδια ημερομηνία με τότε, γεννάει επίσης την ίδια ημερομηνία και το ίδιο φύλο!

Την θυμάμαι εκείνη την μέρα τότε. Ήμουν βέβαια αρκετά μικρή για να έχω πολλές εικόνες αλλά μου έμεινε τόσο έντονα η σκηνή του να τρέχεις στην αυλή για να σε πάνε στο μαιευτήριο να το δεις και πριν λίγο φτάσεις χοροπηδηχτά στο αυτοκίνητο να σου λέει κάποιος μεγάλος ότι το βρέφος εκείνο δεν ζει. Όπου όπως γύρισα και είπα εγώ τότε «και πως το κατάλαβαν ότι δεν ζει;»* αυτήν ακριβώς την ερώτηση έκανε μετά από χρόνια το μεγάλο παιδάκι σε εκείνη την μαμά. Γι’ αυτό σου λέω..υπάρχουν τόσο σημαντικά πράγματα σε μια ιστορία τοκετού (με την ευρύτερη έννοια) που το τελευταίο που θα έπρεπε να απασχολεί είναι η ηλικία. Γιατί όπως τις βάζουν αρκετοί σε μία ξεχωριστή ομάδα ως «Μικρομάνες», έτσι θα μπορούσε να γυρίσει μπούμερανκ αυτό σε «Γιαγιαμάνες».  Δεν νομίζω  να συμβαίνει όμως… Εσύ τι λες;

Υ.Γ.1: Ισχυρίζονται πολλοί ότι το να μεγαλώνεις ένα παιδί πριν καλά καλά μεγαλώσεις εσύ, είναι δύσκολο και λάθος. Αυτό δεν το γνωρίζω, θέλω όμως απλώς να σε ρωτήσω: είναι πιο δύσκολο αυτό ή το να συστηθείς αληθινά σε έναν μικρό άνθρωπο;

Υ.Γ.2: Η απάντηση που έδωσε η μαμά σε εκείνο το παιδάκι όταν τι ρώτησε «που πήγε μαμά εκείνο το παιδάκια πριν γεννηθώ εγώ», ήταν ότι έγινε αστεράκι και έμεινε ψηλά για να προσέχει εμάς. Όπου φυσικά οι ανησυχίες ενός εφτάχρονου δεν τελειώνουν ποτέ κι έτσι εκείνο το παιδάκι στο τέλος είπε «μαμά; μήπως εκείνο το παιδάκι είναι αυτός ο μπέμπης που κατέβηκε ξανά για να γνωρίσει κι εμένα; Τα αστέρια μπορούν να πέσουν και προς τη γη, ξέρεις». *

Υ.Γ.3: Κι αφού σου είπα όλα αυτά για τις μαμάδες, θέλω να σου πω ότι τις προάλλες διάβασα σε μία έρευνα, ότι οι άντρες μεταξύ 24-28 περίπου χρονών έχουν περισσότερη απήχηση στις γυναίκες όταν κυκλοφορούν σε κοσμικά μέρη με το μικρό παιδί τους. Με λίγα λόγια, ένας άντρας που σε αυτήν την ηλικία είναι μπαμπάς, λειτουργεί διεγερτικά προς τις γυναίκες. Κάτι σαν τον άντρα στην κουζίνα, σου βγάζει δυναμισμό, τόλμη, γλυκύτητα και αληθινή μαγκιά ταυτόχρονα!

 

Φιλιά, Αντριάνα!

Μου δίνεται τη φωτιά σας;

Κρατάω με το ζόρι τα μάτια μου ανοιχτά μπροστά στον υπολογιστή και το μαξιλάρι αρχίζει ήδη να ψιθυρίζει το όνομα μου για να φλερτάρουμε τη νύχτα μαζί παρέα αλλά είμαι εδώ για να γράψω. Να αποτυπώσω με λόγια σε σελίδες του word τη σημερινή παρατήρηση που έκανα στο μάθημα χορού. Μάθημα που έλειπε η καθηγήτρια και μας έδωσε το ρόλο της στο συμμαθητή μου και μένα. Μπορείς να τον πεις και συμπρωταγωνιστή αν πιστεύεις στον ορισμό της «παράσταση». Όμως κι αύριο μέρα είναι. Μέρα που ξεκινάς με σεμινάρια, κόλλες, μπογιές, ψαλίδια και λεπτή κινητικότητα.  Κάπου εκεί θα ξεκινήσεις να γράφεις αυτό που ήδη ανέβαλες απόψε.

Υ.Γ.1: Σου έχω πει ξανά ότι ξεχνάω τις γιορτές και μου φαίνεται τόσο μα τόσο χαζό να θυμάται κάποιος πότε τιμάται π.χ. η οσία Πηνελόπη ή ο άγιος Επαμεινώνδας και τόσο μα τόσο σημαντικό να θυμάται τα δικά σου γενέθλια. Είναι και ένα λεπτό σημείο που ξεχωρίζει ο φίλος με τον γνωστό.  Σήμερα το μεσημέρι λοιπόν σβήσαμε κεράκια! Είχε γενέθλια η φίλη μου η οποία πλέον διανύει για τα καλά την τρίτη δεκαετία των 20+.. (έχουμε και τη 0-10). Αυτή τη φορά δεν είχαμε ούτε κρασιά, ούτε μουσική, ούτε οργανωμένο πάρτι, ούτε επίσημη ενδυμασία. Είχαμε καφέ, αθλητικές φόρμες, και κρουασάν σοκολάτας..την Ε. να μιμείται γνωστούς ηθοποιούς και την Κ. να βουρκώνει που της κάναμε τούρτα έκπληξη. Είναι εκεί που τραγουδάς δυνατά το happy bday και στο τέλος χειροκροτούν γνωστοί άγνωστοι μαζί, κι αν υπάρχει κάποιος Σαλονικιός στο χώρο θα ακούσεις και λίγη φασαρία παραπάνω.

Υ.Γ.2: Αφού λοιπόν ήρθε η ώρα του μαθήματος σου, παίρνεις την καρέκλα και αρχίζεις να μαζεύεις παρουσίες. Στοιχεία φοιτητών, μπλα μπλα μπλα…-κάνουμε και μία έρευνα, όχι τίποτα άλλο- και εκεί έχεις 20 ζευγάρια μάτια να σε τρυπάνε με το βλέμμα τους. Ώρα που πρέπει να προσέχεις καλά τι λες, πως το λες, γιατί το λες και να είσαι διατεθειμένη να απαντήσεις σε κάθε καχύποπτη ερώτηση που πρόκειται να ακούσεις σαν πρώτη φορά στο «σπορ». Έχει όμως μαγεία, μαγεία αλλιώτικη από το να συνομιλείς απλά. Μαγεία στο να είσαι μπροστά ή δίπλα τους και να περιμένουν να ακούσουν από σένα την επόμενη λέξη για να τελειώσεις την πρόταση σου. Βλέπεις τα σώματα να αρχίζουν να κουνιούνται και εσύ θέλεις να μπεις να κινηθείς μαζί τους. Άλλοτε να έχεις το μαγικό ραβδί για να βάλεις στο mute τα στόματα και άλλοτε να τους βουτήξεις και να τους πεις «κουνήσου!!! Που είναι το κακό να σκύψεις στα 4 σε μία αίθουσα χορού;! Ή να κυληθείς (rolling) στο πάτωμα μανιωδώς;». Είναι απλά μια τέχνη. Και εκεί που έχεις συγκεντρωθεί και προσέχεις καλά τι λες, τι ζητάς και προσπαθείς να μη γελάσεις σε στιγμές αμηχανίας ακούς δυνατά μέσα στην ησυχία της αίθουσας «εσύ δεν ήσουν που στην καφετέρια είχατε τα γενέθλια; Σε βλέπουμε συχνά εκεί και θέλαμε να σας ευχηθούμε πριν. που ψάχνατε συνέχεια και έναν αναπτήρα» όπου εκεί πλέον ασυγκράτητα γελάς και αναρωτιέσαι από μέσα σου: μα πόσους καφέδες πίνω πια; -Ρητορική ερώτηση-

 

Όπως λέει και μια φίλη, κοίτα να περνάς αλλιώς κι αλλιώτικα, και δεν έχει σημασία από που ξεκίνησε αυτό. Ξεκίνα να κουνιέσαι, λέγε χαμηλόφωνα φωνήεντα στο κρεβάτι λίγο πριν να κοιμηθείς και τις πρωινές ώρες χρησιμοποίησε τις σκάλες. Κάθε σώμα μπορεί να χορέψει γιατί κάθε άνθρωπος έχει το ρυθμό του. Απεγκλωβίσου από τα Ταμπού σου και κουνήσου! Σκύψε, χοροπήδα δυνατά, μάλωσε τσιρίζοντας, χτύπα με δύναμη το φίλο σου για να εκτονωθείς αφού εκείνος γνωρίζει ότι θα σου κάνει αυτό καλό και τσίμπα εσύ εκείνη για να νιώσει τη δική σου οργή για οτιδήποτε άσχετο σε απασχολεί. Φόρεσε στενή φόρμα και άσε να φαίνονται τα παραπανίσια σου κιλά γιατί δεν υπάρχει ιδανικό! Ξεκίνα να σημειώνεις τα γενέθλια των φίλων σου γιατί όπως λέει και ο μικρός πρίγκιπας «..δεν τυχαίνει σε όλους να έχουν ένα φίλο..»

 

Φιλιά, Αντριάνα!

Μίλα μου για την άνοιξη.

Αγαπημένη μου εποχή το καλοκαίρι. Ο καιρός που μου αρέσει είναι ο ήλιος. Ο ήλιος τρυπάει τα μάτια σου παρά το κρύο αεράκι της σκιάς και τα γυαλιά σου πλέον κάθε μέρα πάνω σου. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά, την άνοιξη όμως τη φοβάμαι. Μπορεί να φοβία και όχι φόβος. Αν είναι όμως φόβος; Δεν ξέρω, ούτε θέλω να το βρω.

Είναι η εποχή που με βρίσκεις στην παραλιακή. Είτε με ποδήλατο, είτε με τα πόδια. Εκεί που περπατάς σε εκείνα τα κρυφά περάσματα που σου έχω ξαναπεί, ειδικά όταν τελειώνεις απ’την αίθουσα χορού του πανεπιστημίου.

Η άνοιξη είναι η δική μου εποχή που με παιδεύει. Εξάλλου, όλοι έχουν μία, έτσι δεν είναι; Θυμάμαι πέρυσι δεν άφηνα club που να μην είχα περάσει και τώρα που το σκέφτομαι … έχω να πω πως δεν ήταν και η καλύτερη επιλογή. Νομίζεις αρχικά ότι σου φτιάχνει τη διάθεση αλλά στο τέλος όταν γυρνάς σπίτι έχεις αλλάξει γνώμη. Οι λόγοι πολλοί αλλά το πιο ανησυχητικό είναι όταν δεν μπορείς να κόψεις κάτι που τελικά δεν σου αρέσει.

Αυτή η άνοιξη δεν νομίζω να είναι έτσι. Θα έχει όμως ένα κοινό. Ότι κάθε βράδυ, θα περπατάω έξω. Κάθε βράδυ θα τρώω σπόρια ή σακουλάκια με τηγανιτές πατάτες. Κάθε βράδυ θα έρχονται οι σκέψεις σαν αστραπή μέσα στο μυαλό μου. Και κάπου εκεί θα θυμάμαι τον τίτλο του blog αγάπησε τη σκέψη σου και θα αναρωτιέμαι αν εγώ μπορώ να το κάνω.  Αν όχι τότε γιατί το λέω σε σένα; Αλήθεια, όλες τις σκέψεις σου πρέπει να τις αγαπήσεις; Ακόμα και τις κακές; Κι αν αγαπήσεις τις κακίες και κάνεις πράξη αυτό που σκέφτεσαι;

Έπεσε πολύ φιλοσοφία ε;

Υ.Γ.1: Το κλικ σου το βλέπω, την περιοχή σου επίσης. Βλέπω τα κείμενα που επιλέγεις να διαβάσεις και αναρωτιέμαι τι μπορεί να έχεις μέσα σου για να διαβάζεις τόσο συχνά αυτό εδώ το άρθρο. Θυμάμαι τότε τους δισταγμούς μου για το αν θα το δημοσίευα. Ήταν καθαρά μια κομμένη σελίδα από ημερολόγιο της. Ημερολόγιο της φίλης μου που εκείνο το διάστημα το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κλειστεί στον εαυτό της και να βουτηχτεί εκεί. Άλλοτε ήθελε και ένα χέρι να την κρατήσει όταν έλεγε «…ειλικρινά έχω εξαντληθεί. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορώ να κάνω!».  Όπως σου είπα και πριν, δεν ήμουν σίγουρη για το αν θα στο έδινα αυτό το κείμενο. Όχι γιατί δεν μου άρεσε αλλά γιατί δεν μπορούσα να φανταστώ τι σχόλια στο περίπου θα είχε. Με έβαλαν σε σκέψεις οι φορές ανάγνωσής του και σύντομα θα γράψω κάτι ακόμα για εκείνο.

Υ.Γ.2: Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά και οι μαμάδες με τα καρότσια περνάνε κάτω απ’ το μπαλκόνι μου η μία μετά την άλλη. Άλλες με κλάματα, άλλες με φωνές, άλλες βιαστικές για κάτι να προλάβουν και άλλες με ένα τσούρμο παρέα. Το βράδυ στις 8 φτάνει το πλοίο. Θα πάμε να το δούμε; Είναι ωραία φάση! Αρχικά αναρωτιέσαι σαν τις γιαγιάδες «κοίτα καλέ κοίτα! πως μπορεί και το γυρίζει έτσι μέσα στο λιμάνι;». Μετά βλέπεις τα ταξί κατά σειρά στοιχισμένα και πάντα ένα «πλωτό» (μη περιμένεις να ξέρω και πως λέγεται) του λιμενικού αραγμένο μονίμως στο ίδιο μέρος. Καθώς όμως αρχίζει να ξεχύνεται ο κόσμος, εκεί καταλαβαίνεις πολλά από την αντίδραση αυτού που περιμένει. Θυμάμαι έντονα που πέρυσι φώναζε ένας λιμενικός να κάνει πιο πίσω ένας κύριος γιατί έφτανε το πλοίο ενώ ο άλλος έλεγε «σας παρακαλώ κύριε, δε βλέπεται που είμαι; Περιμένω τη γυναίκα μου κύριε! Πόσο πιο πίσω να πάω;»

 

Είδες τι πολλά πράγματα βλέπεις όταν περπατάς την άνοιξη στην παραλιακή; Και φέτος όλα αυτά θα δούμε. Με σκέψεις, αναμνήσεις, ιδέες για χειροτεχνίες με υλικά της φύσης και συνταγές καλοκαιρινές. Όλο και κάποια θα βρω για να σου δώσω.

 

Φιλιά, Αντριάνα!

 

Ποιο είναι το δικό σου παραμύθι;

Τον τελευταίο καιρό, δεν ξέρω γιατί, αλλά με κυνηγάει  μια αστάθεια. Σβήνω, γράφω, ξανασβήνω, ξαναπροσθέτω λέξεις όπου εντέλει άλλο δημοσιεύω και άλλο είχα στο μυαλό μου. Τελευταία στιγμή το γύρισα και είπα να σου γράψω για το παραμύθι. Ίσως γιατί η Ημερίδα από την οποία έρχομαι επηρέασε πολύ τη σκέψη μου ή ίσως γιατί είναι Σάββατο και δεν ήθελα να γράψω για τα καθημερινά της εβδομάδας. Όλοι μας ξέρουμε και έχουμε πει έστω κι ένα παραμύθι. Θυμάσαι τα παραμύθια που σου έλεγαν παλιά; Τα αγαπημένα σου που έλεγες και ξανάλεγες όταν ήσουν μικρή; Θυμήσου λίγο παραπάνω…δεν είναι δυνατόν να μην έχεις ακούσει για το λύκο και τα 7 κατσικάκια, ούτε και για την κοκκινοσκουφίτσα. Η κοκκινοσκουφίτσα βέβαια έχει βγει σε καινούργια έκδοση πλέον που ο παραμυθοπλάστης την παρουσιάζει κακιά με το λύκο καλοκάγαθο και αδικημένο. Τους μαγικούς τους δράκους που έβγαζαν φωτιά από το στόμα στα μεταφρασμένα μυθιστορήματα αλλά  και τον λαϊκό μας δράκο που ήταν πάντα ένας μεγαλόσωμος, άγριος και βροντόφωνος άντρας, ελαφρόμυαλος πολλές φορές, να καταβροχθίζει αμάσητους ανθρώπους. Όπου φυσικά δεν λείπει ποτέ από το παραμύθι, η πεντάμορφη νεαρή κοπέλα που περιμένει με λαχτάρα το γενναίο παλικάρι να την σώσει.

Στην κεντρική Ευρώπη λένε, ότι έχουν έλλειψη γιαγιάδων, πράγμα το οποίο τους οδήγησε και στη δημιουργία σύγχρονων παραμυθάδων. Αυτοί υπήρχαν από παλιά αλλά με τη γραφή χάθηκε η δουλεία τους. Ήταν άνθρωποι σοφοί και μεγάλοι σε ηλικία. Ταξίδευαν για μέρες κι από όποια περιοχή κι αν πέρναγαν συλλέγαν ιστορίες. Γράμματα δεν ήξεραν για να τα καταγράψουν κι έτσι όλα όσα άκουγαν τυπώνονταν στη μνήμη. Κι έτσι με την έλλειψη γιαγιάδων που είχαν «κλέψει» αυτόν το ρόλο, φτάσαμε να μιλάμε για τους σύγχρονους αφηγητές. Στην Ελλάδα είναι λίγοι αλλά στην Ευρώπη είναι πολλοί. Εύκολα δεν θα τους βρεις γιατί αφηγούνται στους μικρούς. Αν όμως παρόλα αυτά συχνάζεις σε εντεχνάδικα μπαράκια ή ακόμα και ροκάδικα, όλο και κάποια μέρα θα είσαι τυχερός. Και λέω τυχερός γιατί είναι όντως τύχη να δεις παραμυθά από κοντά. Σε μαγεύει με το ταλέντο της αφήγησης αλλάζοντας κάθε τόσο τον τόνο της φωνής του μιμμώντας τον κάθε πρωταγωνιστή ξεχωριστά. Τον σύγχρονο πολλές φορές συνοδεύει ένα έγχορδο αλλά ο παραδοσιακός ήταν μόνος, με χέρια σταυρωμένα μπροστά του και το σώμα του βαρύ καθισμένο στην καρέκλα. Τώρα, μπορεί να τον δεις και με χρωματιστό μανδύα. Πολλές φορές στα παραμύθια, συναντούμε συγγραφείς που οικειοποιούνται την προέλευση της ιδέας του παραμυθιού τους αλλά η προέλευση ενός παραμυθιού ανήκει στην περιοχή που το συναντούμε σε περισσότερες παραλλαγές. Ξέρεις ποια είναι η Ελληνική παραλλαγή της Ραπουνζέλ; Η Χρυσομαλλούσα. Αυτή που πήγε μια βόλτα μες στο δάσος και αποκοιμήθηκε στο σπίτι μιας αρκουδο-οικογένειας όταν εκείνη έλειπε για την τροφή της.

Το παραμύθι όμως φίλη μου, δεν φτιάχτηκε για τα παιδιά. Έχεις προσέξει τη ταινία Χιονάτης; Ακόμα και ο αδερφός μου (3.5 ετών) κρύβεται στο μαξιλάρι όταν η κακιά μάγισσα μεταμορφώνεται σε μια κακάσχημη γριά και τα κοράκια τριγύρω έκραζαν με βροντερή φωνή. Γι’ αυτό εξάλλου μέσα στην ιστορία βλέπουμε ότι τα παλιά χρόνια τα παιδιά κρυφάκουγαν από παρέες μεγάλων την αφήγηση παραμυθιών. Είχε τότε πολύ βωμολοχία και πονηρά υπονοούμενα, όπου λίγο το συντηρητικό της εποχής, λίγο η ντροπή, δεν επέτρεπαν στα μικρά παιδιά να ακούσουν.

Και για να επιστρέψω στο παρόν, ένα νέα τάση έρχεται σιγά σιγά και στη χώρα μας. Αυτή της Αφήγησης. Υπάρχουν ήδη κάποια εργαστήρια στην Αθήνα που μαθαίνεις την τέχνη της μυθοπλασίας και αφήγησης. Πολλές φορά αυτά λειτουργούν και ψυχοθεραπευτικά ενώ άλλοτε λυτρωτικά. Η προέλευση αυτού; Γαλλία!

Πριν σου δώσω ένα παραμύθι να διαβάσεις, θέλω να σου πω κάτι για να γράψεις. Πάρε ένα χαρτί, ένα στυλό και γράψε. Γράψε το μεγαλύτερο σου όνειρο. Μη βάλεις ούτε όνομα ούτε κάποιο χαρακτηριστικό σου, δίπλωσε το και άφησε το σε ένα μέρος της πόλης σου. Σε ένα παγκάκι…στη θέση στο μετρό…σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο…ακόμα και στον υαλοκαθαριστήρα ενός τυχαίου αυτοκινήτου. Και που ξέρεις; Μπορεί κάποια στιγμή να βρεις κι εσύ ένα αντίστοιχο χαρτί στο αυτοκίνητο σου. Οι Ιάπωνες ξέρεις τι έκαναν; Όταν υπήρχε ένα θέμα που τους βάραινε χωρίς να μπορούν να το μοιραστούν με κάποιον, πήγαιναν σε μια κουφάλα δέντρου και το έλεγαν ψιθυριστά.

Παραμύθι Για Τα Συναισθήματα

Μια μέρα συγκεντρώθηκα όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες σε κάποιο μέρος αυτής της γης.

Η Τρέλα, αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό.

Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια άρχισε αμέσως να ρωτάει «τι είναι το κρυφτό;»

Ο Ενθουσιασμός άρπαξε τη Χαρά και ξεκίνησαν χορό και κατάφεραν να πείσουν το Δείλημμα και την Απάθεια -οι οποίες δεν είχαν τίποτα να παίξουν-.

Υπήρχαν όμως κι άλλοι που δεν ήθελαν να παίξουν. Η Αλήθεια είπε με παράπονο «μπαααα και γιατί να παίξω;; Αφού πάντα στο τέλος θα με βρουν!!»

Η Υπεροψία βρήκε το παιχνίδι χαζό ενώ η Δείλια φοβότανε να παίξει.

Ένα, Δύο, Τρία….μετρούσε η Τρέλα.

Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπέλα, πίσω από τον πιο κοντινό βράχο γιατί βαριόταν πολύ να ψάξει.Η Πίστη πέταξε στον ουρανό και η ζήλια κρύφτηκε στη σκιά του θριάμβου ο οποίος με τη δύναμη του κατάφερε να φτάσει στο ψηλότερο κλαδί. Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτή γιατί κάθε θέση που’ βρισκε την έβρισκε υπέροχη για κάποιον άλλον κι έτσι κρύφτηκε πίσω από μία ηλιαχτίδα. Ο Εγωισμός αντίθετα βρήκε αμέσως μια κρυψώνα ένα μέρος καλά κρυμμένο και βολικό μόνο γι’ αυτόν. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού ενώ το πάθος και ο πόθος μέσα στο ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμα ένα μέρος. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες όπου ξαφνικά, τρυπώνει μέσα σε μια τριανταφυλλιά.

9997…9998…9999…1000 μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά. Μετά βρήκε την Πίστη η οποία έπιασε ψιλή κουβέντα ψηλά με το Θεό. Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθος στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε τη Ζήλια δεν άργησε και για τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δείλημμα που ακόμα δεν ήξερε που να κρυφτεί. Τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.

Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δέντρο, κάτω από την κάθε πέτρα. Μα τίποτα. Λίγο πριν τα παρατήσει, βρίσκει ξαφνικά ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου.

Ήταν ο Έρωτας όπου τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς, του πλήγωσαν τα μάτια.

Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας έμεινε τυφλός, με οδηγό την Τρέλα.

Υ.Γ.1: Όσα παραμύθια κι αν σου γράψω, αν δεν μπεις στη διαδικασία να ακούς τα παραμύθια δεν μπορείς να αφήσεις και τη φαντασία σου να τρέξει. Γιατί απ’ όσους κι αν ζητούσα να μου το ξαναπούν ο καθένας θα το έλεγε με το δικό του τρόπο.

Υ.Γ.2: Υπάρχει μία θεωρία που λέει ότι ο πρωταγωνιστής κάθε λαϊκού παραμυθιού είναι ένας και είναι ο εαυτός μας. Απλά εκεί μέσα βλέπουμε όλες τις πλευρές του μαζεμένες.

Υ.Γ.3: Έφτασες που έφτασες ως εδώ κάτω, δεν κάνεις ένα κλικ να δεις κι εσύ αυτό που είδα;

Φιλιά, Αντριάνα!

Αυτό, λέγεται, Capoeira.

Στέκεσαι στη μέση του δωματίου. Περιφέρεσαι μία από δω και μία από κει. Περπατάς από τη μία άκρη του σπιτιού ως την άλλη και ψάχνεις κάτι να κάνεις ώστε να σπάσεις τη μονοτονία της ταβανοθεραπείας. Δουλείες στο σπίτι έχεις κάνει και ενώ βλέπεις τα πινέλα σου στη βιβλιοθήκη, δεν απλώνεις ούτε δάχτυλο για χειροτεχνία. Ο καιρός έχει αρχίσει να ανοίγει και όλο περισσότεροι περαστικοί περνούν κάτω από το χαμηλό μπαλκόνι σου για βόλτα στη παραλιακή. Σε μισή ώρα ξέρεις ότι θα νυχτώσει αλλά εσύ έχεις τόση ενέργεια που θέλεις απεγνωσμένα να κάνεις κάτι. Καταλαβαίνεις ότι δεν σε χωράει ο τόπος κι έτσι παίρνεις κινητό και κλειδιά για να πας μια βόλτα. Έτσι, για να πεις ότι περπάτησες τουλάχιστον. Κάνεις μια μικρή βόλτα κατά μήκος της παραλιακής, διασχίζοντας όλα τα μικρά σκάφη περνώντας από μικρά κρυφά περάσματα που τα ανακαλύπτεις μόνο αν περπατήσεις μέρα από εκεί. Το σώμα σου έχει καλυφθεί από το λεπτό τιρκουάζ μπουφάν κι τα μάγουλα σου επιτέλους δεν αποκτούν το κόκκινο και παγωμένο χρώμα του χειμώνα κάνοντας ταυτόχρονα παρέα και στη μύτη.

Μέσα στη βόλτα σου παρατηρείς ότι κάτι δεν σου αρέσει στην καθημερινότητα σου. Προσπαθείς να βρεις το τι αλλά τελικά το γυρίζεις στο αντίθετο. Στο τι είναι αυτό που σου αρέσει. Και απαντάς με μεγάλη άνεση «μου άρεσε τελικά που ασχολούμουν με τόσα πολλά πράγματα ταυτόχρονα». Κάποτε. Πριν χρόνια. Στο παρελθόν. Στη φάση που δεν στρωνόσουν με τίποτα στο διάβασμα του σχολείου. Παλιά. Τώρα; Τι κάνω τώρα; Τι μου αρέσει στο τώρα; Έλα ντε…δεν ξέρω. Δεν βρίσκω κάτι. Βοήθησε με. Πρέπει να το βρω. Ποιο είναι το κίνητρο μου για να ζω; Ποιο είναι το δικό σου; Έλα, πες το μου. Και τι κάνεις; Πηγαίνεις στη σχολή με τετράδια και χρωματιστούς στυλούς. Κάποιες φορές κουβαλάς και φόρμα γιατί έχεις μάθημα στην αίθουσα χορού. Άλλοτε το λάπτοπ. Άλλοτε έχεις ξεχάσει ακόμα και την τσάντα σου γιατί η μνήμη σου αρχίζει να σε προδίδει.

Παρόλα αυτά έχει ενέργεια. Δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί πλέον δεν την εξωτερικεύεις και ενώ πας να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Τσουπ, πετάγεσαι πίσω στη φωλιά σου. Αυτή που έχει κατεβασμένα τα ρολά και γράφει απ’ έξω «κλειστόν».

Και μετά από καιρό βρίσκεις. Δεν ξέρω αν το βρίσκεις εσύ ή σου έρχεται από μόνο του. Δεν ξέρω αν την τύχη την κυνηγάς ή σου έρχεται. Βρίσκεις αυτό που θα κάνεις για να σου φύγει η ενέργεια. Που η ενέργεια ή αλλιώς ένταση, δεν είναι τίποτα περισσότερο από συσσωρευμένο συναίσθημα ή επιθυμία που ξέχασες να εξωτερικεύσεις. Έχεις βρει αυτό ή ακόμα και αυτά τα πράγμα που θα κάνεις. Ξεκινάς να τα εφαρμόζεις και αν το μυαλό σου κάνει έστω και μια μικρή κατάχρηση σκέψης, επεξεργάζεσαι όλες αυτές τις προσπάθειες σου απέναντι σε αυτό που κάνεις. Στην ισορροπία, στο συγχρονισμό, στο τραγούδι και στην σωματική επικοινωνία. Ναι, αυτό λέγεται capoeira. Κι αν θέλεις να μάθεις κάτι λίγο παραπάνω γι’ αυτή, θα σου πω ότι είναι βραζιλιάνικος χορός. Μπορείς να την πεις και πολεμική τέχνη αλλά δεν έχει βία παρά μόνο αν ο παρτενέρ σου είναι θανάσιμος εχθρός σου. Οι συμμετέχοντες σχηματίζουν ένα κύκλο όπου μέσα σε αυτόν αγωνίζονται οι δύο παίκτες σε ζευγάρι. Το σώμα στην αρχή σκληρό. Μπορεί να μοιάζει και με καράτε, δεν ξέρω ακόμα. Αν ο παρτενέρ σου είναι άντρας έχεις αυθόρμητα την τάση να απομακρύνεσαι από κοντά του, αλλά στο χορό και τη γυμναστική το σώμα είναι το εργαλείο σου. Ναι αυτό που κοιτάς και λες πότε θα χάσω αυτά τα κιλά που θέλω. Αυτό που σε κάνει να ντρέπεσαι, να νιώθεις ενοχές και στο τέλος να το αποδέχεσαι μετά από πολύ κόπο και χρόνο έχοντας φυσικά και ένα άτομο δίπλα σου που δεν το κατακρίνει για τυχόν ελαττώματα του. Την φιλοσοφία της capoeira λοιπόν, δεν την έχω πιάσει ακόμα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο σκοπός της κι ας πρέπει να την κάνω ανάλυση σε φύλλα του word για ένα ερχόμενο project στο πλαίσιο μιας έρευνας. Πληροφορίες γι’ αυτό θα σου δώσω άλλη μέρα όταν θα έχουν σταθεροποιηθεί τα πράγματα και ξέρω τι ακριβώς θα περιέχει.

Κάποτε, πριν πολύύύύ καιρό, σχεδόν 1+ χρόνο, μου είχε πει μια φίλη σε ένα τελείως άσχετο θέμα «Alloste eisai foititria, exeis arketi anesi xronou na leipeis apo tin Ellada oso pio syxna ginetai. Kai ti pio synarpastiko apo to na anakalypteis kainourgies poleis kai empeiries me ton filo sou!». Πλέον, θα το αλλάξω σε «Άλλωστε είσαι φοιτήτρια, έχεις αρκετή άνεση χρόνου να κάνεις πράγματα. Και τι πιο συναρπαστικό να ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα και χόμπυ με τόσα πράγματα εκεί έξω!».

φιλιά, Αντριάνα!