Say Boo and scary on…

…ή αλλιώς, πώς να κόψεις μια κολοκύθα για το Halloween. Plus:στο τέλος θα βρεις και μια συνταγή για κολοκυθόσουπα, που αν δεν τη δοκιμάσεις, θα κάνει ένα booo και θα σε τρομάξει.

Ναι, ναι…ξέρω…θα μου πεις ότι εδώ ο κόσμος καίγεται, ότι είμαστε υπό τη σκέπη ενός αδίστακτου εμφυλίου πολέμου, ότι χιλιάδες άστεγοι δεν έχουν φαΐ να φάνε, αλλά έλα τώρα…πότε ακολουθούσα τη μόδα για να αναφερθώ κι εγώ σε όλα αυτά τα σπινθηροβόλα θέματα πολιτικής που μαστίζουν τη χώρα μας;! 

Κι αφού έχω κάνει αυτήν την εντελώς ξενέρωτη εισαγωγή κειμένου, ζητώντας υπογείως ένα συγγνώμη για την blogική αδιαφορία μου απέναντι στην ελληνική πολιτική που πλέον 9,5 στα 10 blogs αναφέρονται σ’ αυτή, θα σου περιγράψω τα συναισθήματα μου για το πως ένιωσα όταν έσφαξα μια κολοκύθα. Θα σου αναλύσω τη μέθοδο και θα σου εξηγήσω τους λόγους που προτίμησα αυτά τα εργαλεία αντί άλλων. Λοιπόν, κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα σου.

φωτογραφία (7)

φερστ οβ ολ: να ξεκαθαρίσουμε ότι μιλάμε για την πορτοκαλί κολοκύθα, αυτή που βλέπεις να φυτρώνει σε μεγάλες φάρμες της Αμερικής και οι Ελληνίδες νοικοκυρές την κάνουν γλυκιά κολοκυθόπιτα με φύλλο σφολιάτας. Άρα, αυτές οι κολοκύθες που βλέπεις σε ταινίες αμερικανικής παραγωγής, να ξέρεις ότι φυτρώνουν και στην Ελλάδα, με τη μόνη διαφορά ότι πριν τις 31 Οκτωβρίου (που είναι και η μέρα του halloween -ή αλλιώς η γιορτή των μαγισσών-) θα τις βρεις μόνο προς τα βόρεια της χώρας. Όσο σπούδαζα, λοιπόν, κουβαλούσα τη μεγάλη αυτή κολοκύθα από το σπίτι της γιαγιάς μου μέχρι το φοιτήτοσπιτό μου με τα τρένα, γιατί ήταν αδύνατο να βρω μέχρι τα γενέθλιά μου(σ.σ. 31 Οκτωβρη) τέτοια κολοκύθα σε μανάβη. Ο χώρος όπου φυτρώνουν και μεγαλώνουν μοιάζει με αυτόν εδώ:

φωτογραφία (8)

έπειτα: τη σταθεροποιούμε σε ένα τραπέζι. Αν έχει μακρύ λαιμό όπως η δικιά μου, εκεί που αρχίζει να φαρδαίνει και να κάνει την στρογγυλάδα της την κόβουμε περιμετρικά για να ανοίξουμε μια τρύπα. Αφού έχουμε ανοίξει την τρύπα, αφαιρούμαι από μέσα όλα τα «μαλλιά» & τα σπόρια της κολοκύθας και τα αφήνουμε στην άκρη.

φωτογραφία (3)

φωτογραφία (6)

στη συνέχεια: με ένα μεγάλο κουτάλι ή μαχαίρι αφαιρούμε όλο το κολοκύθι από μέσα και το τοποθετούμαι σε ένα μπολ. Μη ξεχάσεις να αφαιρέσεις και από το «καπάκι» της.

Τα προηγούμενα χρόνια, έκανα με το μαχαίρι τα κλασσικά δοντάκια (ζικ-ζακ) που έχουν στο ένωμα με το «καπάκι» τους, όπως και τα μάτια, τη μύτη, και το στόμα του προσώπου που φοβερίζει.

Φέτος όμως, έκανα επιχείρηση black & decker! Δεν σκάλισα ένα πρόσωπο επάνω της αλλά την έκανα τρυπητή!! Δηλαδή, άνοιξα τρύπες με το τρυπητήρι όπως αυτές που ανοίγουμε στον τοίχους για να βάλουμε την ούπα και μετά τη βίδα.  Παρακάτω ακολουθούν δύο ανάλογες φωτογραφίες:

φωτογραφία (2)

φωτογραφία (5)

αφού την τρύπησα με τρύπες διαφορετικής διαμέτρου τοποθέτησα μέσα της ένα ρεσό:

φωτογραφία (4)

Εντωμεταξύ, σκάλισα και λίγο τις παλιές μου φωτογραφίες και βρήκα την περσινή που είχα κάνει στο φοιτητόσπιτό μου. Για δες κι αυτή…

DSCN3389

ΥΓ1: καινούργιε ένοικε του παλιού φοιτητόσπιτιού μου, θα ήθελα να σε ενημερώσω ότι η προηγούμενη ένοικος της τωρινής σου προσωρινής κατοικίας, είχε πολλά μεράκια όταν έμενε εκεί. Το μικρό τριγωνικό μπαλκόνι σου ήταν γεμάτο γλάστρες και μικρά φαναράκια. Έξω από την πόρτα του ανσασέρ έχει κολλημένες δύο μαργαρίτες που είχαν σχεδιαστεί με το αμόρε μίο της μια νύχτα υπό επήρεια βλακείας και θα σε παρακαλούσα να μην τις ξεκολλήσεις αν δεν το έχεις κάνει ήδη. Μερικά ντουλάπια της κουζίνας σου, είχαν μέσα κορδέλες, τέμπερες, κόλλες και ψαλίδια τα οποία προοριζόντουσαν για φευγάτες χειροτεχνίες. Τέλος, να σε ενημερώσω ότι από μία ώρα και μετά γέμιζε με φίλες, που μετέτρεπαν το φοιτητόσπιτο σε φυσιοθεραπευτήριο, διότι μη ξεχνάς ότι εκεί μέσα έχει πέσει πολύς χορός και έχουν στοιβαχτεί πολλά βιβλία περί κίνησης του σώματος. Γενικά είχε τέχνη βρε παιδί μου…τέχνη και φαντασία.

ΥΓ2: εσύ blogική φίλη, να μείνεις συντονισμένη εδώ, να κάνεις κι ένα like στη σελίδα, γιατί θα σε ενημερώνω συνεχώς με νέα update για καινούργιους τρόπους σφαξίματος κολοκύθας.

ΥΓ3: να επιστρέψεις αύριο το πρωί και για την κολοκυθόσουπα. Είναι δοκιμασμένη και πετυχαίνει.

Υλικά: 1 kg κολοκύθα, 2 καρότα, 1 πράσο, 1 πατάτα, 1 λίτρο ζωμός λαχανικών,  100ml κρέμα γάλακτος, κάρδαμο, αλατοπίπερο, ξύσμα και χυμό από ένα πορτοκάλι, λίγο λευκό κρασί, 100ml ελαιόλαδο, 1 κ.σ. βιτάμ.

Εκτέλεση: κόβω σε μικρά κομμάτια τα λαχανικά και τα σοτάρω στο λάδι. Σβήνω με το κρασί και ρίχνω τα μπαχαρικά, το ξύσμα και το χυμό. Ανακατεύω και ρίχνω το ζωμό. Κλείνουμε με το καπάκι και την αφήνω να βράσει σε χαμηλή φωτιά περίπου 40 λεπτά. Έπειτα, αφού την έχω πολτοποιήσει, την ψήνω για λίγο ακόμα στην κατσαρόλα. Αφού πάρει μια βράση, ρίχνω την κρέμα γάλακτος και το βούτυρο.

 

Τα φιλιά μου, Αντριάνα!

Advertisements

Κάπου αλλού να με πας!

Την ώρα που tabloids & blogs γράφουν αράδες λέξεων για το πως να επιβιώσεις και ρουφήξεις τη φοιτητική σου ζωή στο έπακρο, εγώ θα σου πω για τ’ άλλα, τα ακατάλληλα. Για αυτά, τέλος πάντων, που όσο είσαι μικρή και τρισχαριτωμένη, με το διάβασμα να μετράει σε εξεταστικές, εθελοτυφλείς μπροστά τους. Και καλά κάνεις!

Αν ήμουν από τη φύση μου αισιόδοξη, θα σου έλεγα για το πόσο τέλεια είναι η ζωή, ότι από μόνη της δεν έχει νόημα αλλά είμαστε εμείς που της δίνουμε, ότι τα καλύτερα έρχονται, ότι το μπρόκολο μπορεί να γίνει νόστιμο, ότι οι γονείς μας είναι άνθρωποι, με τις αδυναμίες & τα ελαττώματά τους, που εμείς τους αγαπάμε και τους αποδεχόμαστε όπως κι αν είναι γιατί προ πάντων τους σεβόμαστε, ότι ο χωρισμός δεν πρόκειται να σε σκοτώσει, κι οτι ο μόνος που πέθανε εξαιτίας του ήταν ο Ρωμαίος του Σαίξπηρ.  Αλλά δεν είμαι. Αν έλεγε και σε μένα ο Αλκίνοος ότι αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ, όπως τα τελευταία χρόνια λέει στον Κεμάλ, θα του έδινα τα credits μου. Δεν θυμάμαι ποιος, ούτε πότε, αλλά ένας αναγνώστης του blog με αποκάλεσε κάποτε (και) ματαιόδοξη. Oh God, πόσο δίκιο είχε! Κι αφού εδώ, έχει πέσει ήδη το πρώτο yawn σου, ας περάσω επιτέλους σε όλα αυτά που θέλω να σου πω κλείνοντας επιτέλους την.τόσο.μεγάλη.εισαγωγή. Αλλά όπως κατάλαβες, ούτε αυτά τα έβαλα σε τάξη.

Γενικά δεν είμαι σε τάξη. Είμαι σ’ αυτό το μεταίχμιο. Σ’ αυτό το σημείο που η κατάσταση γύρω μου δεν είναι όπως ακριβώς την είχα συνηθίσει μέχρι τώρα, αλλά ούτε έχει τελείως αλλάξει. Εξακολουθώ  να είμαι φοιτήτρια, αλλά δεν έχω το φοιτητόσπιτό μου. Εξακολουθείς να είσαι προγραμματιστής, αλλά έχεις χάσει τη δουλειά σου. Εξακολουθείς να φτιάχνεις cupcakes, αλλά δεν βρίσκεις κοινό να τ’ αγοράσει. Εξακολουθείς να διατηρείς μέρος της μέχρι στιγμής ταυτότητάς σου, αλλά όχι ολόκληρη. Και τι κάνεις; Οεο…

Δεν ξέρω, αλλά έλα να σου πω για τη δική μου περίπτωση, την πρώτη, που αφορμή στάθηκε ένα σχόλιο της μητέρα, που χαριτολογώντας μού λέει «κι από δω και πέρα μέχρι να βρεις τι θα κάνεις, τι θα είσαι; μια νοικοκυρά». Oh God, why; Θέλω να φυτέψω έναν τρυποκάρυδο μέσα στο μυαλό σου, να σε τρυπάει μέχρι να μου πεις πόσο θα κρατήσει όλη αυτή η λίαν επιεικώς αδρανείς κατάσταση του μεταίχμιου στην οποία βρίσκομαι.

Απολύθηκες, ή έπαψες επιτελούς να ζήσεις σαν μια μικρή φοιτητριούλα, στο χιλιομετρικής απόστασης εργένικο ή φοιτητόσπιτό σου, και τώρα τι έκανες; Γύρισες πίσω. Και που; Στους γονείς σου. Και είστε όλοι μαζί μια ωραία ατμόσφαιρα. Μια ωραία ατμόσφαιρα με κοινή κι αδιαίρετη, καθημερινότητα. Ξέρουν τι ώρα ξυπνάς, τι έφαγες και πότε, τι θα φορέσεις για να βγεις και πόσα λεπτά σπατάλησες για να κάνεις μπάνιο το δίμετρο κορμί σου -μόνο που εγώ βγήκα σε έκδοση hobbit.  

Από τότε που γίνεσαι φοιτήτρια (ναι σ’ αυτό το σημείο αναφέρομαι που θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο και τα όνειρα σου αγγίζουν λίγο παραπάνω από το εφικτό) και με την προϋπόθεση ότι φεύγεις από το σπίτι σου, ένα πράγμα δεν μπορεί να σου αναιρέσει κάποιος, την Ανεξαρτησία Σου. Με απλά και πλήρως ικανοποιητικά λόγια, είσαι ελεύθερος να κάνεις Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ. Να ξυπνήσεις στις 3 το μεσημέρι, να μαγειρέψεις μεσημεριανό στις 10 και να πιεις ένα τρίτο καφέ στις 12 για να βγάλεις το βράδυ σερί. Κι όλα αυτά γιατί θέλεις, γιατί έχεις πρόταση από φίλο που δεν μπορείς να ακυρώσεις, γιατί δεν βγήκε το επόμενο επεισόδιο της αγαπημένης σου σειράς, γιατί βαριέσαι να μείνεις πάλι σπίτι, γιατί η μπυραρία κάθε Δευτέρα έχει 1+1 βαρελίσια δώρο, γιατί απλά μπορείς! Είναι αυτές οι καμένες νύχτες, που στην ουσία δεν σου προσφέρουν τίποτα, αλλά βρίσκεις τεράστια ηδονή στο να κάθεσαι στο πάτωμα με άλλες 4-5 φίλες και να πίνετε κρασί σε κούπα παρέα με φουντούνια. Να περνούν ώρες χωρίς να λέτε κάτι και μετά στο ίδιο λεπτό να μιλάτε όλες μαζί αγγίζοντας διαφορετικά θέματα η κάθε μια. Να σε παίρνει ο ύπνος εκεί κοντά στις 4 με τις υπόλοιπες πάνω από το κεφάλι σου να συζητούν και να ξυπνάς στις 4.45 νιώθοντας ότι έχει κοιμηθεί σίγουρα ένα οχτάωρο. Ώσπου να ακουστεί ένα «ρε μαλάκα, τι ώρα είναι»; Η ώρα στον επόμενο τόνο θα είναι 6 και 3 πρώτα λεπτά. Στις 6 τα χαράματα να συζητάς για γκομενικά. Γιατί έτσι. Γιατί μπορείς.

Σαφώς, τώρα που έφτασες στο τέρμα όλων αυτών, βλέπεις ότι δεν έκανες και κάτι σπουδαίο, ούτε άλλαξες τον κόσμο όπως νόμιζες, αλλά είχες το περιθώριο της ελευθερίας να το κάνεις. Δεν έδινες σε κανέναν αναφορά για το πρόγραμμά σου και φυσικά οι γονείς πλέον το είχαν μάθει: δεν παίρνεις τηλέφωνο σε έναν φοιτητή πριν τις 12 το  μεσημέρι.

Αλλά τώρα, είπαμε, είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα με τη μητέρα, τον πατέρα, τη γιαγιά, τον αδερφό, την αδερφή κι εμένα. Σε μια φάση που ο χάρτης και η πυξίδα έπεται της ενημέρωσης των γονιών για το που θα πεταχτείς το Σαββατοκύριακο, που θα βγεις το βράδυ και που θα βρίσκεσαι σε 2 Σάββατα από τώρα για να μαγειρέψει ανάλογη ποσότητα.

Αν μου έδινες μια χρονομηχανή με δικαίωμα επιλογής να γυρίσω πίσω στα φοιτητόχρονά μου, εκεί στην αρχή του προπτυχιακού, όχι θα σου έλεγα! Έχω κάνει ουκ ολίγες μαλακίες και το ευχαριστήθηκα, αλλά να σου πω την αλήθεια, βαριέμαι να τις ξανακάνω στο ίδιο περιβάλλον. Η παράταση των σπουδών, πολλές φορές, γίνεται μια επανάληψη των όλων όσων έχεις κάνει.

Δεν πιστεύω ότι κάθε πέρυσι και καλύτερα, ούτε θέλω να φορώ nostalgia goggle, αλλά ρε συ…αυτήν την ανεξαρτησία τη ζηλεύω! Ναι, τη ζηλεύω! Γιατί κάθε έντονη ανάμνηση από το παρελθόν είναι σαν να βγαίνει αυτόματα ένα χέρι από το πριν και να με σφαλιαρίζει για όλα αυτά που πλέον δεν έχω. Γιατί είναι αλλιώς να γυρνάς σπίτι και ο μόνος -που πιθανόν- σε περιμένει είναι ο γκόμενος και αλλιώς μια μεγάλη οικογένεια. Γιατί η μητέρα ξέρει, ξέρει ότι όταν της μιλάς κοφτά κοιτώντας οπουδήποτε αλλού εκτός τα μάτια της δεν είσαι καλά μέσα σου, κι αφού δεν είσαι εσύ καλά, δεν θα είναι κι αυτή. Και τότε καταλαβαίνεις ότι αυτές οι μέρες που καθόσουν με τις ώρες κάτω από μια μωβ κουβέρτα, με το κύκλο του ματιού να φτάνει ως τα χείλια και τη τηλεόραση στο mute, χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν για την «cosmopolitan» φάση σου, δεν θα επιστρέψουν ποτε!

Φιλιά, Αντριάνα!

 

IMG_5096