Πίσω απο τις λευκές παράλληλες γραμμές.

Περπάτησα τόσο πολύ σήμερα, που απο ενα σημείο και μετά ένιωθα τους σπονδύλους μου ν´ανοιγουν..
Τέσσερις ώρες μάθημα, λαζανια με συμμαθητές στον Ιταλό, σπίτι για αλλαγή τσάντας και ξανά έξω.
Δρομοι, φώτα, λουκάνικα, πίτσες, Glühwein, Brot, pommes frittes, ψημένα μαρον, αμύγδαλα, καραμελωμένα ποπκόρν, ταξί να τρέχουν πανικοβλητα και μπάτσοι να χτυπούν πόρτες όταν σταματούν στη μέση της διάβασης και κόβουν την κυκλοφορία. Χιλιάδες κόσμος στις ουρές, κι ενώ περπατούσα συνεχόμενα πέντε ώρες κι ήθελα τόσα καινούργια να σου πω, ερχομαι σπίτι, μπαίνω Ίντερνετ και μου δίνει πασα να μιλήσω για τα αλλιώς κι αλλιώτικα που αναβάλλω εδω και μήνες να σου πω.
Πίστευα οτι αν σου μιλούσα για τους ανήλικους φυλακισμένους που εδρεύουν ακριβώς απέναντι απο το πρώτο νεκροταφείο Βόλου, θα τους εκτεθετα..γι αυτό πολλές φορές τα έγραφα, αλλά στο τέλος, δεν τα δημοσίευα ποτε.
Ναι, ναι..αφορμή για σήμερα ο Νίκος Ρωμανός, 21 ετών. Ενήλικος. Άρα δεν τον γνώρισα.
Έχω γράψει για τους Ρωμά, για τους αιτούντες ασύλου, για τα δικαστήρια και τους υπαλλήλους τους, για κτήρια υπό καταληψιν, τις παραστάσεις και τις διεκδικήσεις της καλλιτεχνικής ομάδας μου για μια καλύτερη ζωή των περιθωριακών ανθρώπων. Αυτό όμως για το οποίο δε σου μίλησα ποτε, είναι οτι πήγαμε και χορέψαμε μέσα στις φυλακές ανηλίκων. Ναι..πίσω απο αυτα τα κακοσυντηρημένα κάγκελα. Να το κάνω και λίγο πιο hardcore?
Πήγαμε 15 νέα κορίτσια
Να χορέψουμε μαζι με 20 ανήλικα αγόρια
Και δώσαμε ανοιχτό παραστασιακο δρώμενο
Με θεατές και ενεργό κοινό
Με ορθάνοιχτες τις πόρτες
Που στο τέλος είχαμε live συγκρότημα κρουστών.

Ήταν αρχές που προηγούμενου καλοκαιριού, όταν σκάει μήνυμα στο Mail μου για νέα παράσταση με την πανεπιςτημιακη ομάδα χορού. Είχα ήδη ορκιστεί και φυγει απο την πόλη, έψαχνα νέα ομάδα στο εξωτερικό, όποτε τα λόγια ήταν απλα και λιτά «ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ;»
Φυσικά και πηγα. Μόνο και μόνο η ιδέα της παράστασης στη φυλακή, που εδω και τέσσερα χρόνια έπαιρνε αναβολή, ενεργοποιούσε κάθε κύτταρο του νευρικού μου συστήματος.
Αλλά κι απο την άλλη..δεν ήξερα τι με είχε δελεάσει πιο πολύ..ο χώρος τέλεσης της παράστασης ή οτι εξακολουθουσαν να με χρειάζονται σαν χορεύτρια κι ας είχα αποφοιτήσει;

Θυμάμαι οτι πήρα το αυτοκίνητο για να πάω, είχα αργήσει ήδη μια ώρα και έψαχνα πανικόβλητη να θυμηθώ το σωστό ρημαδοδρομο που δε θα με βγάλει σε λάθος μονόδρομους. Το «πέταξα» όπου βρήκα, το κλείδωσα βιάστηκα και με το που μπαίνω στο προαύλιο, βουτάω μέσα στην προθέρμανση.
Ταυτότητα ουτε λόγος να ρωτήσω αν πρέπει να αφήσω, την τσάντα την παράτησα στις καρέκλες και με το που μου δίνει τον παρτενέρ μου, ήταν η πρώτη φορά που έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να μη βάλω τα κλάμματα μπροστά σε τόσο κόσμο που είχε αρχίσει να ´ρχεται σε φάση παράστασης.

Δεν ξερω τι με έπιασε. Εξακολουθεί ακόμα και η σκέψη να μου προκαλεί, μηνες μετά, ανατρίχιασμα και μούδιασμα. Ένιωσα μια βαριά ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα του χώρου, να ήρθε και στρογγυλοκαθισε πάνω στο πρόσωπο μου.
Κινούμασταν σε ζευγάρια. Το αγόρι καθοδηγούσε την χορεύτρια, που μεταξύ τους ήταν δεμένοι απο το χέρι με μια κόκκινη λεπτή κλωστή.
Θυμάμαι, παίζαμε ακουμπώντας τις φάλαγγες των δαχτύλων μας, καθόμασταν αντικριστά στο πάτωμα, κοιταζομασταν κατάματα, τον σήκωνα στην πλάτη μου και με αγκάλιαζε σφιχτά.
Πριν απο κάθε παράσταση έχουμε όλοι ρητή εντολή να κάνουμε μπάνιο, όποτε μη με ρωτήσεις για το πως μύριζαν..μοσχοβολουσαν. Όλοι τους.

Τον είχα «υπό την προστασία» μου για σχεδόν 3 ώρες. Στις οποίες ώρες άκουσα της Παναγίας τα αφτια απο ιστορίες. Οτι εχει μεγάλους λογαριασμούς, οτι είναι μίσος Ιταλός μίσος Έλληνας, οτι εχει σπίτι στην πόλη μου και περιμένει να αποφυλακιστεί για να ζήσει εκεί, οτι θέλει να βγούμε στην άδεια του, οτι ξέρει κάποια «καλα» μαγαζάκια που είναι ωραία το βράδυ και τέλος να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά. Δεν τα λέω καθόλου ειρωνικά..αλήθεια, αυτα άκουσα!
Φυσικά και δεν πίστεψα λέξη, αργότερα έμαθα κι ακριβώς τις παθήσεις του.

Ήταν όμως τόσο νέος, τόσο μικρός, τόσο παιδί..πως είναι δυνατόν να ζήσει απο τα 16 του μέσα σε μια φυλακή;! Ποσά πράγματα είχε να ζήσει και δεν έζησε; Ο έρωτας, τα ξενύχτια, η θάλασσα, το σεξ, οι καφέδες, το τάβλι. Τι μπορεί να κουβαλούσε στο κεφάλι του για να έφτασε εκεί; Ποσό βλάκας Θεέ μου; Με τι αρχές μεγάλωσε; Και γιατί δεν είχε έναν φίλο να τον σταματήσει απο αυτό που έκανε; Να τον προστατεύσει όπως κάνουν οι φίλοι μου εμένα και οι φίλοι σου εσένα!!!
Τη στιγμή της παράστασης ήμουν αποκλειστικά μαζι του και δεν σκεφτόμουν τίποτα. Ουτε ποιος είναι, ουτε τι έκανε, ουτε τι ζητάει. Ενιωθα τοσο έντονα την ενέργεια του εαυτού του κι αυτό μου έφτανε να στηρίξω τον κινητικό αυτοσχεδιασμό μας. Με έπιανε σφιχτά απο το χέρι και ήταν σαν να μου έλεγε όλα αυτα που δεν μπορούσε να πει εκεί μέσα. Μου με μετέδιδε απίστευτη ενέργεια και μας έβαλα να τρέχουμε σαν δαιμονισμένοι πιαςμενοι γύρω-γύρω. Φυσικά και ήταν κολλημένος πάνω μου μέχρι την ώρα που μπήκαν στα δωμάτια τους…

Τι μπορεί αυτό το γαμημενο, σκουριασμένο, κτήριο να τους προσφέρει; Μα ακόμα και η λέξη «σωφρονισμός» μου τη δίνει στα νεύρα! Χρησιμοποιείς πολύ συχνά αυτή τη λέξη στην καθημερινότητα σου; Σκέψου λίγο και δες.. Θα σου άρεσε να μπω σαν νηπιαγωγός μέσα στην τάξη που κάνω μάθημα και να πω σε ενα παιδί που έριξε κάτω τους μαρκαδόρους ή λέρωσε τη ζωγραφιά άλλου παιδιού «σωφρονισου λίγο παιδί μου, θα χτυπήσεις την Ελενίτσα»!! Ακόμα και οι λέξεις έχουν το νόημα τους..για μένα που τις λέω και για το παιδί που τις δέχεται. Δεν έχουμε πατάτες στο σακί, έχουμε ανθρώπους σε δωμάτια. Θα μου πεις..και τι προτείνεις σε Αντριάνα; Να τους αφήσουμε ελεύθερους να γίνουν ακόμα χειρότεροι; Να τα παίρνουν απο εμάς να τα δίνουν σε αυτούς; Να τους μαζεύουμε και να τους ξαναελευθερωνουμε; ΔΕΝ ΞΕΡΩ. ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ. εγώ το καθήκον μου σαν πολίτης αυτού του κόσμου το κάνω. Πηγα και χόρεψα στις φυλακές γιατί δεν πιστεύω οτι αυτός είναι ο κατάλληλος χώρος που πρέπει να βρίσκονται νέα μικρά παιδιά. Παλεύω με όποιον τροπο μπορώ, για να βάλω το δικό μου μικρό λιθαράκι σε έναν καλύτερο κόσμο. Θα είναι μεγάλη ήττα για μένα, αν κάποιος απο τους μαθητές μου καταλήξει φυλακή και θα είναι ακόμα μεγαλύτερη ήττα να εξακολουθώ να ζω σε ενα κόσμο που αδιαφορεί για τα προβλήματα του.

Δεν ξερω τωρα αν θα γίνω πιστευτή, αλλά την πρώτη κιόλας βδομάδα που ήρθα Γερμανία με ρώτησαν οι εδω Έλληνες «τι γίνεται κοριτσάκι με τις φυλακές στην Ελλάδα; Βγήκε άρθρο οτι η Ελλάδα είναι η τελευταία χώρα της Ευρώπης οπου ο φυλακισμένος κάνει χρήση των δικαιωμάτων του»..
Και εσυ ρε π@π*** μετανάστη που ήρθες και βολευτηκες με συνθήκες Γερμανίας, τι στο διάολο κανεις για να μη συμβεί αυτό; Αφήνεις άλλους να μάχονται για σένα κι εσυ κλείνεις το εισιτήριο σου μια Χριστούγεννα-μια καλοκαίρι για να φας το καλοψημένο παϊδακι με τη φρέσκια ντοματούλα.

Σε κάποια φάση..αφού χορέψαμε, αφού μας χιλιοχειροκροτησαν, αφου μίλησε το κοινό, αφού ήρθε πια η νύχτα, καθίσαμε λίγο να συζητήσουμε η καθηγήτρια μου, ενας απο τους μεγαλύτερους φυλακισμένους, δυο αστυνομικοί κι εγώ..
Δεν ξερω τι τρέλα μου ήρθε εκείνη την ώρα, δεν ξερω τι στην ευχή σκεφτόμουν, τι υπήρχε στο κεφάλι μου, τι περίμενα να δω και κάτι με τράβηξε να μπω κρυφά μέσα στο κτήριο της φυλακής. Πήρα βαθιά ανάσα και μπήκα. Περπάτησα..Ο αέρας όλο και λιγόστευε..Σαν να λύγιζαν τα γόνατα μου..τα χέρια μου κρεμάστηκαν..άκουσα την κλειδαριά μιας πόρτας να κάνει θόρυβο..ξαφνικά μια ψευδαίσθηση ουρλιαχτου ήχησε στα αφτια μου…φαντάστηκα οτι μπορεί να με κλειδώσουν άθελα τους…να με ξεχάσουν..να ορμήσουν πάνω μου όλοι οι κρατούμενοι…και με τη λίγη δύναμη που μου είχε απομείνει βγήκα διακριτικά στον προαύλιο χώρο..τους είδα..και πηγα να συζητήσω ξανά μαζι τους.

Απο τις πιο ωραίες και αξέχαστες συζητήσεις που έχω κάνει μέχρι στιγμής στη ζωή μου, χωρίς ίχνος υπερβολής. Δεν ξερω αν πέσαμε στην περίπτωση, αλλά καθόμασταν στο σκαλί εγώ και η καθηγήτρια μου και απέναντι μας μάς μιλούσε για πόση ώρα ο αστυνομικός που μόλις είχε τελειώσει η βάρδια του. Ήταν 52 και απο τα 22 του χρόνια είχε αυτήν ακριβώς τη θέση. Δεν ξερω αν πρέπει να το πω αυτό που θα πω (κι αν δεν πρέπει πείτε το μου να το σβήσω) αλλά σε μια απο τις πρόβες που είχαμε, είχαμε κι ενα παρατράγουδο με ενα παιδί, που γι αυτό το παρατράγουδο, ακούγαμε για πόση ώρα σκασίλα οτι δεν θα εχει φαΐ να φάει.
Οτι θα καθόμουν αρχές του Ιουλίου, μετά απο παράσταση στις φυλακές, να ακούω έναν κλασικό παραδοσιακό αστυνομικό, να σκάει και να ξεφυσαει για έναν ανήλικο φυλακισμένο, που δεν θα εχει φάει να φάει, δεν το περίμενα ποτε! Μα ποτε!!
Μας έλεγε για νόμους που γράφτηκαν και ψηφίστηκαν «του ποδαριού». Μας έλεγε οτι απο αυτα τα παιδιά βλέπεις 100 διαφορετικες συμπεριφορές τη μερα. Οτι απο εκεί που σε εκθειάζουν και σου φιλούν τα χέρια, την επόμενη στιγμή παίρνουν την καρέκλα απο μπροστά σου και την σπάνε σε χίλια κομματάκια. Οτι σε μισούν που τους κρατάς μέσα, αλλα ταυτόχρονα σε αγαπούν γιατί τους φροντίζεις. Οτι ΟΛΗ ΜΕΡΑ δεν έχουν να κάνουν τίποτα και τωρα με αυτό που κάναμε εμείς, τους δώσαμε μια πνοή. Και το κορυφαίο..οτι ζήτησαν μια μερα ενα όχημα του δήμου για να πάνε στη θάλασσα, τους το παρείχαν αλλα ήταν το ρεζερβουάρ άδειο. Όποτε φαντάσου τωρα…30 ανήλικα παιδιά, να θέλουν να πάνε μια φορά, μετά απο χρόνια, για μπάνιο στη θάλασσα, να βλέπουν έξω απο τα κάγκελα το λεωφορείο που εχει έρθει να τους πάρει, να εχει έξω 40 βαθμούς, κι αυτό να μην μπορεί να πάρει μπρος γιατί δεν υπάρχουν λεφτά για καύσιμα.
Κι εσυ για όλα αυτα τι κανεις;

IMG_0138.JPG

Φιλιά, Αντριάνα!

 

Φωτογράφος: Νατασα Καρακατσανη, 2012

Advertisements

Συγκατοίκηση: 22τ.μ.

Κάθομαι στο κρεβάτι και πριν χαλαρώσω το κεφάλι μου, μύρισα δέκα φορές το μαξιλάρι απο κάθε πλευρά. Σκεπάζομαι με το πάπλωμα και διστάζω να το ανεβάσω στο λαιμό. Βγάζω τις πατούσες έξω, γιατί είναι έτοιμες να σκάσουν και έχω πάντα δίπλα μου ενα ποτήρι με νερό, αφού πιο πριν το έλεγξα αν εχει δακτυλικά αποτυπώματα απο λάδια ή σπανακια. Φοράω διπλές κάλτσες, και ανοίγω την μπαλκονόπορτα ανα μια ώρα.
Δεν είμαι παστρικια. Ούτε υποχονδρία. Το ενα τέταρτο της καταγωγής πάνω μου δεν ενεργοποιήθηκε ποτε, γιαυτο την καθαριότητα των Ποντίων δεν την έμοιασα ουτε στο ελάχιστο.
Αντιθέτως, το άλλο τέταρτο λειτούργησε για τα καλα και ποτε δεν είχα υστερίες για τις δουλειές κι άνετα ανεβάζω τα πόδια στο τραπέζι. Γυρνάω σπίτι και μέσα στα δέκα λεπτά απόλυτης ηρεμίας

που θελω, πετάω το μπουφάν στο πάτωμα, την τσάντα στην καρέκλα, την μπλούζα στο χαλί και ξεχνάω το αφρόλουτρο μονίμως ανοιχτό.
Φτιάχνω γλυκά και παρατάω τα τσανάκια να τα πλύνει η μαμα μου, χάνω 36457 φορές τη μερα τα handsfree και μου έχουν φέρει το κινητό στο σπίτι γιατί μέσα στη χθεσινοβραδινή σουρα το παράτησα στο μπαρ.
Δεν έχω σαπουνισει ποτε κάδο σκουπιδιών κι όποτε έβλεπα τη γιαγιά μου να το κάνει με αυτό το άθλιο ζουμί που έβγαλε η ανθρωπότητα..το ξύδι..έκλεινα τη μύτη και έφυγα μέτρα μακριά επιδεικτικά.
Έχω χορέψει ξυπόλυτη σε υπαίθρια αμφιθέατρα, ξάπλωσα και σύρθηκα σε πατώματα μουσείου, σκαρφάλωσα σε σκουριασμένα κάγκελα παραθύρων και αγκαλιάστηκα σφιχτά με ανήλικους φυλακισμένους.

Αλλά τώρα έλα να μιλήσουμε για τη συγκατοίκηση, που είναι ενα πιάτο που τρώγεται κρύο… Τέλεια. Και τελεία.

Μπορείς να με κατατάξεις άνετα στις καλοκακομαθημενες κοπέλες σε θέματα σπιτιού. Τα πρώτα χρόνια τα πέρασα στην αυλή της γιαγιάς, με μια πλεκτη αιώρα ανάμεσα στη συκιά και μουσμουλιά, με ποδήλατο, σκαφτικα, κουζινικα και να πίνω νερό απο λάστιχο.
Μετά χτίσαμε το δικό μας σπίτι, όπως το όνειρο κάθε οικογένειας τη δεκαετία του ´90. Μεγάλο.
Είναι κι αυτό το σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα για τα καλοκαίρια. Είναι και το πρώτο φοιτητικό, που ναι μεν ήταν απο την εποχή του 1821, αλλά μέσα η μητερα το έστησε 100% καινούργιο, 100% όμορφα βιώσιμο. Είναι και το αποκορύφωμα, που στο δεύτερο φοιτητικό είχα μια μεγάλη τζαμαρία σε νεόδμητη οικοδομή, με κρυφό φωτισμό κάτω απο τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας.
Είναι σχεδόν έξι χρόνια που έχω φύγει απο το θαλασσί δωμάτιο, με τις πάπιες στον τοίχο και τα κίτρινα καρό κουρτινακια.
Έξι χρόνια να περιμένω να βγει ο προηγούμενος απο το μπάνιο, για να μπω εγώ. Έξι χρόνια να μου χτυπήσουν την πόρτα και να μου πουν «τελείωσες;», μα τι να τελειώσω ανθρωπε μου, δεν ακούς το νερό που τρέχει; Να μην μπορώ να καθίσω πέντε (καλα, δέκα) λεπτά παραπάνω με την πετσέτα, να μη κυκλοφορώ με _ (βάλε ότι θέλεις) μπλούζα…
…και θα μου πεις, μα καλα, τόσα χρόνια γκόμενος δεν έπαιζε να πει μια κουβέντα παραπάνω; Έπαιζε! Αλλά απο απόσταση.
Όταν, λοιπόν, αυτή η απόσταση μηδενίζονταν για πάνω απο δυο μέρες μια ήταν η συμφωνία. Εσυ τα πιάτα, εγώ ηλεκτρική. Εσυ τη τζαμαρία, εγώ μπαλκόνι. Και μια μικρή σημείωση: αυτό που εγώ έχω ενα τέταρτο, αυτός το είχε στο μισό. Αμαρτία να πάει ακαλλιέργητο.
Μια απο τις συνηθισμένες φοιτητικές μαζώξεις που είχαμε ενα βράδυ με τα κορίτσια, δεν θυμάμαι πια αλλά κάποια απο μας είχε πει, οτι η μητέρα της τής έλεγε, ειρωνικά, οτι αυτή τον άντρα της θα τον βάζει στο μπαλκόνι να κοιμάται.
Δεν αντέδρασα, θυμάμαι.
Αντιθέτως, το έκανα εικόνα στο μυαλό μου και παραδέχομαι οτι γέλασα λιγάκι.
Αλλά ας σοβαρευτούμε τώρα…είμαι αυτή που φτιάχνει καφέ και ξυπνάει τον άλλον γλυκά με μουσική.
Μέχρι τώρα όμως…όσες φορές κι αν έτυχε να μείνω με κάποιον μέσα στο ίδιο σπίτι, ήξερα οτι σε Χ Ψ Ω μέρες θα φύγει, γιατί τον περιμένει η δουλειά, το χόμπι, το meeting, οι λογαριασμοί, ο κήπος, το παιδί για τα κοινόχρηστα, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Μπορεί να με ενοχλούσε η 1000φορεμενη καλτσα με τα αθλητικά που έπρεπε επιτέλους να αλλαχτούν, ή το μπάνιο που γέμιζε υδρατμούς και έκανε στάμπες το ασπρόμαυρο πάτωμα, ή οτι ξυπνούσε Κυριακή στις δέκα το βράδυ κι έπρεπε να έχω όρεξη για κουβέντα, αλλά τα προσπερνούσα με τα χίλια, γιατί ήξερα οτι κάποια στιγμή θα ξαναειμαι μόνη.
Τι γίνεται όμως όταν αυτή η στιγμή μερα με τη μερα αναβάλλεται όλο και πιο πολύ, θολώνει όλο και περισσότερο και απο το «έκλεισα εισιτήριο για τη Δευτέρα», περνάμε στο βραχνο «πρέπει να μείνω τουλάχιστον άλλο έναν μήνα»;
Τι; Ενα μήνα; Μα για ποια με πέρασες επιτέλους; Για κάποια που ανοίγει την πόρτα της και μπάζει όποιον να ´ναι;! Ή οτι μπορώ να ανέχομαι τη ρευστότητα του λόγου του άλλου;
Και οκ, όταν στο λέει ο αγαπημένος, υπάρχουν τρόποι να σε φέρει στα νερά του και να υποχωρήσεις χωρίς να πάρεις πρέφα. Όταν όμως αυτός ο άλλος εχει μακρύ μαλλί και φοράει φορέματα πιάνοντας τα μαλλιά πλεξούδα;
Σωστά, συγκατοικω με μια κοπέλα εδω και ενάμιση μήνα σε 22 τμ και δεν ταιριάζουμε σχεδόν σε τίποτα. Αφήνει πιάτα με φαγητό στον πάγκο της κουζίνας. Δεν θελω να κάθονται με βρώμικα ρούχα στο μαξιλάρι που ακουμπάω το πρόσωπο μου.
Φοράω γάντια και δεν σιχαίνομαι να αποστείρωσω το μπάνιο. Φωνάζει τη μαμα της να μας κάνει δουλειές. Ξέρω ποιο καθαριστικο είναι για την κάθε επιφάνεια. Στην προηγούμενη δουλειά μου καθάριζα με καμία σιχαμάρα περιττώματα ζώων. Στη δουλειά της με ρώτησαν αν στη συγκατοίκηση είναι καθαρή.
Και που καταλήγω μετά απο όλα αυτά;; Οτι η συγκατοίκηση θέλει γερά νεύρα, εγρήγορση και αμοιβαίες υποχωρήσεις. Δεν ξέρω αν έπρεπε να βρεθεί στο δρόμο μου αυτή η μικρή Τουρκάλα για να μου το μάθει, ουτε οτι έπρεπε να φτάσω ως την άλλη χώρα για να μάθω να κάνω κι άλλη υπομονή.
Ξέρω απλα οτι όταν συγκατοικείς σε ενα τύπου σπίτι/σε ενα δωμάτιο 22τμ, επιβάλλεται να σέβεσαι τα προσωπικά πράγματα του άλλου και η διακριτικότητα να είναι δεδομένη.
Τώρα, το πως είναι να συγκατοικεί μια ελληνίδα και μια Τουρκάλα, παντελώς άγνωστες μεταξύ τους θέλει άλλο κείμενο να αναλυθεί. Ίσως και στο επόμενο.
Δεν έχω χρυσούς κανόνες συγκατοίκησης να σου παραθέσω, κάθε σπίτι εχει τα δικά του dos and donts. Καθένας τα δικά του όρια, που αν τα κάνει σαφές απο νωρίς θα προλάβει πολλές άσχημες καταστάσεις. Εγώ δεν τα έκανα, ήμουν ανίδεη, αμαθη και ανυποψίαστη. Βλέπεις, δεν είχα κάποια συνομήλικη ή μεγαλύτερη φίλη με ανάλογα εμπειρικά δεδομένα για να έχω ενα πλαίσιο αναφοράς. Όποτε, ναι…τη βλέπω να γυρνάει απο τη δουλειά και με το παντελόνι που έχουν πέσει πάνω του λάδια και ψυχούλα τυρόπιτας να κάθεται πάνω στη φλις μωβ κουβέρτα μου που κουβάλησα απο Ελλάδα, γυρνάω σπίτι και βλέπω το πάπλωμα στο πάτωμα έχοντας να μπει σκούπα δυο βδομάδες σε σπίτι δυο μακρομαλλουσων κοριτσιών. Με νευριάζει που βλέπω στοίβα τα μισογεμάτα πιάτα στην κουζίνα να μυρίζουν και η κατσαρόλα να εχει παντού λάδια. Αλλά είναι που δεν θελω να παρεξηγηθώ και το βουλώνω μέχρι να φυγει και να περαςει το σπίτι στα χέρια μου. Είναι που είμαι φιλοξενούμενη όσο κι αν πληρώνω ενοίκιο. Είναι που προτιμώ να πιάσω το ξύδι και το γάντι παρά να μυρίσουν τα ρούχα μου μούχλα. Είναι που προσέχω τη μυρωδιά του σώματος. Είναι που είμαι λίγο πιο μεγάλη. Είναι που έχω γερά νεύρα και ξεχνάω μερικές φορές να θέσω τα δικά μου όρια, που συγκατοίκηση χωρίς όρια και μικρές στιγμές ιδιωτικότητας είναι αδύνατο να υπάρξει. Το δικό σου είναι δικό σου και το δικό μου, δικό μου. Δεν λες συγγνώμη όταν δεν θέλεις να δανείσεις κάτι και δεν νιώθεις τύψεις όταν χρησιμοποιείς κάτι που σου επιτρέπει. Φυσικά και θα καθαρίσεις τις τρίχες απο το μπάνιο αφού λουστηκες προ ολίγου και εννοείται πως έχεις μερίδιο ευθύνης στη φροντίδα και καθαριότητα σπιτιού, αλλά οχι για τα πεταμένα της λερωμένα ρούχα πάνω στο τραπέζι που διαβάζεις ή τρως αν δεν τα πεταξες εσυ.
Θα τύχει να φωνάξεις, να αγανακτησεις, να θυμώσεις..είναι επιλογή σου αν θα το εκδηλώσεις.
Και παρά τις μεγάλες αντιθέσεις που γράφονται πιο πάνω, η συγκατοίκηση αποτελεί ενα μεγάλο σχολείο. Σχολείο που αν θέλεις…κατα κάποιον τροπο σε δαμάζει. Δεν λέω οτι είναι καλο ή κακό, ο καθένας μόνος του χειρίζεται τα δεδομένα του, αλλά σίγουρα σου χαρίζει μέρες πλούσιες στο να σκεφτείς. Να σκεφτείς τι θέλεις απο τον άνθρωπο/σύντροφο ζωής που πιθανώς κάποια στιγμή επιλέξεις να συγκατοικησεις μαζι του, ή απο τον εαυτό σου σε διαδικασίες αποδοχής των πλευρών σου.
Μπορείς επίσης και να το βάλεις στα πόδια! Γιατί ποιος θα σε παρεξηγήσει; Μόνο κάτι φοιτήτριες σαν κι εμένα, που συγκατοικούσαν μόνο με τον εαυτό τους και τις _ (βαλε οτι θέλεις) μπλούζες τους.

image
Φιλια, Αντριάνα!