Σουφλέ με κολοκυθάκια και φέτα. 

  

Υλικά:
1kg κολοκυθάκια 

2 κεσσεδακια γιαούρτι στραγγιστο

1κγ baking powder 

1 κούπα σιμιγδάλι 

200gr φέτα σπασμένη με το πιρούνι 

1/2 ματσάκι ανιθο 

1μεγαλο ξερό κρεμμύδι 

Αλάτι, πιπέρι 

Βουτυρο
Εκτελεση: 

Τρίβουμε στον τρίφτη τα κολοκυθάκια, τα βάζουμε σε ενα σουρωτήρι, απο πάνω ρίχνουμε πολυ αλάτι και τα αφήνουμε κανένα μισάωρο να βγάλουν τα υγρά τους. Παίρνουμε ενα μεγάλο μπωλ και ρίχνουμε τα κολοκυθάκια, το γιαούρτι, το σιμιγδάλι, τον ανιθο, τη φέτα και το μπέικιν. Ανακατεύουμε. Σε ενα μικρό τηγάνι καίμε το κρεμμύδι μέχρι να γίνει διάφανο και το τοποθετούμε κι αυτο στο μπωλ. Παίρνουμε ενα πυρέξ, το βουτυρωνουμε και ρίχνουμε στη βάση του λιγο σιμιγδάλι. Τοποθετούμε το μίγμα στο πυρέξ και ψήνουμε στους 200 βαθμούς για 1 ωρα. 

Υγ1: επειδή μου τελείωσε το λάδι και δεν ήθελα να ξυπνήσω τη γιαγιά για να το γεμίσει, έκανα το κρεμμύδι σε βούτυρο και εγινε μια χαρα!!😋 
Υγ2: και μισή δόση να κανεις, πετυχαίνει πάλι.. 💚 

Υγ3: για τα δικά μου γούστα(που τα τρώω σχεδόν όλα ανάλατα) εγινε λιγο αλμυρή, για να το αποφύγεις, πλύνε τα κολοκυθάκια. 

Υγ4: αν πιστεύεις οτι δεν στέγνωσαν αρκετα τα κολοκυθάκια, βαλε τα σε μια πετσέτα, δίπλωσε την και στράγγιξε την με τα κολυκαθια μέσα, θα φύγουν όλα τα περιττά υγρά. Αυτός ο τροπος ενδείκνυται και στο αγγουράκι για το τζατζίκι. 

Υγ5: η φωτό που ακολουθεί είναι απο τη μισή δόση με λίγο λιγότερο ψήσιμο στο χρόνο. 
  
Φιλιά, Αντριάνα!

Advertisements

Jogging & high heels 

Καλο μήνα να πω; Καλο καλοκαίρι; Καλη σχολική ξελευτερια; Καλές διακοπές; Δεν ξερω… Έλειψα πάλι, το ξερω. 
Οχι οτι κανω κάτι το ιδιαίτερο, αλλα θελεις τα ζώδια; Θελεις ο καιρός; Τα δίδυμα φεγγάρια; Δεν ξερω.. 

Η μάλλον, ξερω. 

Η αληθεια ειναι οτι δεν περνάω πολυ καλα το τελευταίο διάστημα. Στη Γερμανια όσο ζούσα, μιλούσαμε συχνότερα κι ας ήμουν πιο αγχωμένη, κι ας ήμουν πιο στρεσαρισμενη, κι ας ειχα τα γερά τα σοκ μου. 

Εχω πέσει σε κατάσταση Ταβανοθεραπειας (ξανα). Στην κυριολεξία όμως και ειναι η πρώτη φορά που το γράφω τόσο ανοιχτά. Δεν κανω τιποτα. Πηγαίνω για κανένα μπάνιο άμα τύχει (μιας και την έχω δυο βήματα) και μετα γυρνάω σπίτι. 

Για του λόγου το αληθές, αυτη τη στιγμη αραδιαστηκα στον καναπέ και βλέπω ενα κανάλι ξεχασμένο απ´το θεό με το όνομα «pella». Μη με ρωτάς που το βρήκα, ιδέα δεν εχω. Βλέπω ενα ντοκιμαντέρ για τη μαριχουάνα των χωριών της Αφρικής. Κλείνει η παρένθεση. 

Κατα τις 21:00 παω το σκύλο στο πάρκο κι απο εκει που αφιέρωνα μια ωρα, πλέον το περιορίζω στο μισο. Κουράζομαι και γυρνάω σπίτι. Βλέπω τον καιρό της Ευρώπης στα ξένα κανάλια και η τηλεόραση κλείνει. 
Μου χτύπησαν ξανα την πόρτα τα υπαρξιακά μου και φοβάμαι μη μου βγει η λάθος συμπεριφορά στα λάθος άτομα. Δεν ειναι καλο να έχεις ελεύθερο χρόνο, εκει καταλήγω. Σκέφτεσαι και οι σκέψεις σου μπορει να πάρουν ηλίθια τροπή. 
Χμ….αν έκλεινα τωρα τα μάτια, θα ηθελα να ημουν σε ενα αλλο μέρος. Κάπου παραθαλάσσια με πολλούς, πολλούς, φοίνικες. Με καταγάλανα νερά, φωσφοριζέ κοχύλια στο γιαλό, χωρις άσφαλτο και χλιδάτα αυτοκίνητα. Κάπου εξωτικά. 
Αλλα φέτος θα περιοριστώ στο Ρίβερ πάρτυ του Νεστορίου, γιατι κ να θελω, ξερω, οτι δεν θα μου βγουν παλι νησιωτικές διακοπές (που παιζει να εχω να παω καμια 7ετια απο τις δεύτερες και μοναδικές)..ούτε κάτι αλλο ενδιαφέρον. Οποτε καλο το Νεστόριο, καλές και οι σκηνές. 
Επίσης, διαβάζω κι ενα βιβλίο αυτές τις μέρες, το τρίτο του Tom Robbins, ο χώρος των εφτά πεπλων. Που παρακάτω ειναι κάποια αποσπάσματα που μου άρεσαν.
Επιπλέον, ομόρφυνα. Κάθε φορά που εχω τις μαύρες μου και κλείνομαι, δεν ειναι να κυκλοφορήσω έξω…σαν τις βδέλλες με κοιτάνε και μου μιλάνε. Έχασα κι αλλα κιλα απο όσα ειχα χάσει στη γερμανια και το γυμναστηριο κανει τη δουλεια του. 
Α, ναι. Παω και γυμναστηριο. Ξέχασα να σου πω οτι εκει ξεδιπλώθηκε ένας έρωτας μεγάλος. Ερωτεύτηκα τον smith. Όμορφος. Ψηλός. Λυγερος. Λίγο δύσκολος στην αρχή αλλα εύχομαι να τα βρούμε στην πορεία για να μην πονάνε τα γόνατα κατα τις ασκήσεις. 
Επιπλέον, στη φάτσα μου, ταιριάζει η μελαγχολία μου. 
Αυτα ειχα να πω. Σήμερα έγραψα λίγο πιο ελεύθερα γιατι τελευταια με διαβάζετε λίγο λιγότεροι. 

Καλη σας νύχτα. 
 
  
   

Hinter den Eichbäumen, 11 (ακριβώς στη γωνία) 

Δεν υπάρχει μερα που να πέρασε και μη σκέφτηκα έστω μια φορά την πρώην. Ειναι αποθημενο; Ειναι έρωτας; Εγωισμός; Πείσμα; Έλλειψη; Ποιός ξέρει. 

Φταίει ο άπλετος ελεύθερος χρόνος που έπεσε πανω μου, λες και ζητούσα μάννα, επειτα απο 3 μέρες πείνας. 

Ειναι οι ειδήσεις που μου επιβάλουν τη φωνή της κι αντί να πατήσω παύση, αποχαυνωνομαι μπροστά της. Χαμογελάω αμυδρά, σαν να θελω να της πω ενα «σε μένα τα λες αυτα; Εγώ σε ξερω! Μη μου πετάς βελούδινα τις τσουχτερές σου λέξεις». 

Πόσα μου έμαθες..

Πόσο με άλλαξες. 
Τι κι αν πήρες τη γλύκα μου. Το έκανες για να επιβιώσω και δεν μου το ειπες ποτε. Αγρίεψες η φάτσα μου γιατι επέμενες στην επιβίωσή μου. 

Ξέρεις τωρα πως ειμαι; Με ρώτησες;

Οχι, γιατί εκείνη τη νύχτα στο αεροδρόμιο, κοιταχτηκαμε, μιλήσαμε και τσακωθήκαμε όπως όλες τις προηγούμενες τρεις. Καθώς έπαιρνα την άνοδο, σε έβλεπα να απομακρύνεσαι απο κάτω μου και ένιωσα για πρώτη φορά ενα ενα τα κοκκαλα μεσα μου να σπάζουν. 

Αλλα ξέρεις κάτι; Χαλάλι σου.

Υγ: γι’ αυτήν την πολη που την έλεγαν Φρανκφούρτη.