Συγκατοίκηση. (μάλιστα…)

Hinter den Eichbäumen, 11 (ακριβώς στη γωνία) 

Δεν υπάρχει μερα που να πέρασε και μη σκέφτηκα έστω μια φορά την πρώην. Ειναι αποθημενο; Ειναι έρωτας; Εγωισμός; Πείσμα; Έλλειψη; Ποιός ξέρει. 

Φταίει ο άπλετος ελεύθερος χρόνος που έπεσε πανω μου, λες και ζητούσα μάννα, επειτα απο 3 μέρες πείνας. 

Ειναι οι ειδήσεις που μου επιβάλουν τη φωνή της κι αντί να πατήσω παύση, αποχαυνωνομαι μπροστά της. Χαμογελάω αμυδρά, σαν να θελω να της πω ενα «σε μένα τα λες αυτα; Εγώ σε ξερω! Μη μου πετάς βελούδινα τις τσουχτερές σου λέξεις». 

Πόσα μου έμαθες..

Πόσο με άλλαξες. 
Τι κι αν πήρες τη γλύκα μου. Το έκανες για να επιβιώσω και δεν μου το ειπες ποτε. Αγρίεψες η φάτσα μου γιατι επέμενες στην επιβίωσή μου. 

Ξέρεις τωρα πως ειμαι; Με ρώτησες;

Οχι, γιατί εκείνη τη νύχτα στο αεροδρόμιο, κοιταχτηκαμε, μιλήσαμε και τσακωθήκαμε όπως όλες τις προηγούμενες τρεις. Καθώς έπαιρνα την άνοδο, σε έβλεπα να απομακρύνεσαι απο κάτω μου και ένιωσα για πρώτη φορά ενα ενα τα κοκκαλα μεσα μου να σπάζουν. 

Αλλα ξέρεις κάτι; Χαλάλι σου.

Υγ: γι’ αυτήν την πολη που την έλεγαν Φρανκφούρτη.