Hinter den Eichbäumen, 11 (ακριβώς στη γωνία) 

Δεν υπάρχει μερα που να πέρασε και μη σκέφτηκα έστω μια φορά την πρώην. Ειναι αποθημενο; Ειναι έρωτας; Εγωισμός; Πείσμα; Έλλειψη; Ποιός ξέρει. 

Φταίει ο άπλετος ελεύθερος χρόνος που έπεσε πανω μου, λες και ζητούσα μάννα, επειτα απο 3 μέρες πείνας. 

Ειναι οι ειδήσεις που μου επιβάλουν τη φωνή της κι αντί να πατήσω παύση, αποχαυνωνομαι μπροστά της. Χαμογελάω αμυδρά, σαν να θελω να της πω ενα «σε μένα τα λες αυτα; Εγώ σε ξερω! Μη μου πετάς βελούδινα τις τσουχτερές σου λέξεις». 

Πόσα μου έμαθες..

Πόσο με άλλαξες. 
Τι κι αν πήρες τη γλύκα μου. Το έκανες για να επιβιώσω και δεν μου το ειπες ποτε. Αγρίεψες η φάτσα μου γιατι επέμενες στην επιβίωσή μου. 

Ξέρεις τωρα πως ειμαι; Με ρώτησες;

Οχι, γιατί εκείνη τη νύχτα στο αεροδρόμιο, κοιταχτηκαμε, μιλήσαμε και τσακωθήκαμε όπως όλες τις προηγούμενες τρεις. Καθώς έπαιρνα την άνοδο, σε έβλεπα να απομακρύνεσαι απο κάτω μου και ένιωσα για πρώτη φορά ενα ενα τα κοκκαλα μεσα μου να σπάζουν. 

Αλλα ξέρεις κάτι; Χαλάλι σου.

Υγ: γι’ αυτήν την πολη που την έλεγαν Φρανκφούρτη. 

Advertisements

Iron Sky*

Για πρώτη φορά ενα ολόκληρο 24ωρο μόνη μου, μετα απο 3 μήνες και.δεν.μπορώ.να.το.πιστέψω!
Μόλις χθες έφυγε η Mutti και αν εξαιρέσεις τα Skype-ραντεβού, δεν μιλώ ουτε με τους τοίχους. Μου αρέσει η ηρεμία, επιζητώ την ησυχία και αφήνομαι για ώρες στην σιωπή. Εχω συμφιλιωθεί μαζι τους και εχω κάνει τη μοναξιά φίλη μου εδω και χρόνια τωρα.
Είχα ξεχάσει πώς είναι να ζω μόνο με τη μαμα μου στο ίδιο σπίτι. Έντεκα χρόνια τωρα που χώρισαν οι γονείς μου, στην έβδομη χρονιά που δεν μένω άλλο σπίτι. Έχουμε κι εμείς τα παιδιά των χωρισμένων γονιών τις εμπειρίες μας, τους απομυθοποιημενους μύθους μας, τους αποθεοποιημενους θεούς μας.
Εδω και λίγες μέρες το σπίτι μυρίζει «σπίτι». Μου έφερε κουραμπιέδες της γιαγιάς, φτιάξαμε τυροπιτάκια και ζήτησα/ζήλεψα μετα απο καμία δεκαπενταριά χρόνια το παστίτσιο. Γι αυτό σου λέω, το σπιτι μύρισε σπίτι, εγινε λιγάκι ανθρώπινο. Γυρίσαμε, περπατήσαμε, είδαμε κάθε βιτρίνα cm προς cm, ηπια μπυρες, με κοιτούσε σαν εξωγήινος που κατέβαζα τις μαύρες σαν νεράκι, μας πέρασαν για φίλες διάφορες παρεες αντρών, τους αγριοκοιταξα και ευτυχώς εμασαν τα μάτια τους. Αλλα κι απ´την άλλη, λογικό! Οσο μεγαλώνω, τοσο λιγότερο φαίνεται η διαφορά στην ηλικία μας.
Φέτος, πριν απο καιρό, έγινα 23. Στα 23 της η μαμα μου είχε ήδη εμένα. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να της πάρω εγώ δώρο κι οχι αυτή εμένα. Ένιωσα μια απέραντη συγκίνηση και ενα μεγάλο σοκ. Μα ήταν πολύ μικροι κι ομως με μεγάλωσαν και οι δυο τους αξιοπρεπέστατα. Στη θέση τους δεν ξερω αν θα τα κατάφερνα καλα. Θα μου πεις, άλλες εποχές…η μετεκπαίδευση δεν ήταν απαραίτητη, οι δουλειές μόνιμες και τα έσοδα σταθερά. Εν έτη 2014 όλα αυτα κλονίστηκαν και τα πτυχία έγιναν σχεδόν «απολυτήρια λυκείου».
Το χαίρομαι ομως που εχω μια τοσο νέα μαμα και ξερω οτι ποτε δεν θα εχω δυο κλασικούς, παραδοσιακούς, γονείς. Εξάλλου, ποιος ορίζει το συνηθισμένο; Μόνο οι άνθρωποι που επιλέγουμε να απαρτίζουν το μικρόκοσμο μας.
Αλλα μετα τα γενέθλια μου ήταν σαν να τους κατάλαβα ακόμα πιο πολύ, σαν να τους δικαιολόγησα λίγο παραπάνω. Μπορεί να ανήκω στα παιδιά που πήγαν μια και μοναδική φορά διακοπές με τους γονείς τους -κι ας γύρισαν εκείνοι όλο τον κόσμο, αλλα ιςως αυτό να εγινε η δύναμη μου στο να εκμηδενίζω αποστάσεις.
Μπορώ να καταλάβω (πλέον) και νιώθω (πλέον) οτι η μαμα μου με σκέφτεται κάθε μερα. Ξερω οτι έφυγα για την άλλη χώρα και η απουσία του πρώτου της παιδιού δεν αναπληρώνεται με υποκατάστατα. Είναι πολλές οι φορές που σκέφτεται οτι μπορεί να είναι Αυτή η αιτία που έφυγα για άλλου, αλλα ευτυχώς λογικευεται αμέσως. Είναι που ακόμα δεν κοιμάται τα βραδια και το καταλαβαίνω απο τα πρώτα δευτερόλεπτα του Skype. Είναι που την τριτη μερα της εδω, κατανάλωσε όλα τα χαρτομάντιλα του Rewe. Είναι η δίκη μου μαμα, που παρα το γεγονός οτι την εχω στήσει στον τοίχο ουκ ολίγες φορές με τα λόγια μου, δεν παύει να αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι στην καθημερινή μου σκέψη.
Δεν είμαι μαμάκιας, ουτε οι γονείς μου παιδάκιας. Δεν είμαι της κλασικής σειράς των γεγονότων ζωής (σπουδές-αρραβώνας-ταξίδια-γάμος-δυο παιδιά-γκλάμουρ βαφτίσεις με μεγάλους σταυρούς-καλο αυτοκίνητο και αυλή με φράχτη), ουτε μπορώ να με φανταστώ ποτέ με τούλια, μπομπονιέρες και «[…] σήμερα αποχωρίζεται η μάνα απο την κόρη». Τοσο μακρυά όλα αυτα απο μένα. Τοσο εκτός. Κι οσο μεγαλώνω, ακόμα πιο πολύ.
Με φαντάζομαι ομως σε Χ χρόνια απο τωρα με τεσσερα παιδιά, τα αδέρφια μου με τις σχέσεις τους, να έρχονται φίλοι απο διαφορά μέρη του κόσμου και να μαζευόμαστε όλοι μαζι πατημενοι στη βεράντα της μαμάς μου, παρέα με τα σκυλιά μου.
Κι αφου άνοιξα θέμα με μαμάδες, παιδιά, γάμους, τούλια και ωραία είν´ η νύφη μας ωραία τα προικιά της..ξέρεις τι μ´αρεσει σ´αυτη τη χώρα που ήρθα για να μείνω; Οτι τα παιδιά είναι αποδεκτά ΠΑΝΤΟΥ. Δεν περιορίζονται οι άνθρωποι γιατί έχουν στο ιστορικό τους ενα παιδι. Και βγαίνουν, και πίνουν, και ξενυχτούν, και βρίσκουν εξίσου εύκολα δουλειά, και χωριζουν, και ξαναφτιαχνουν τη ζωή τους κι ας έχουν δυο και τρία παιδιά.
Η Ευρώπη πλήττεται απο έλλειψη γιαγιάδων τα τελευταία χρόνια..οι baby sitters είμαστε ακριβές..γιαυτο βλέπεις τους γονείς να φασκιωνουν τα βρεφακια τους και να τα βγάζουν μέχρι αργά τη νύχτα έξω για έναν απλό περίπατο (κι ενα Glühwein για ζεστασιά). Μ´αρεσει γιατί βλέπουν τη δημιουργία ενα παιδιού, ως φυσική εξέλιξη της ζωής, χωρίς να είναι κάτι το super woww για τον υπόλοιπο κόσμο πέρα απο τη μαμα και τον μπαμπά του. Το καταλαβαίνεις ακόμα και στο γεγονός, οτι δεν σηκώνεται κανένας να σου παραχωρήσει τη θέση του μέσα στο μετρό κι ας είσαι με την κοιλιά καρπούζι.
Αυτα είχα να πω…αλλιώς ξεκίνησα το κείμενο κι αλλιώς μου βγήκε στην πορεία. Όπως και να ´χει, το θέμα των παιδιών είναι κάτι που πάντα θα εχω κάτι να πω. Είτε ως κυρα-δασκάλα, είτε ως παιδι, είτε ως αδερφή..κι όλοι έχουμε κάτι να πούμε γιατί όλοι είμαστε κάποιου το παιδί, άσχετα που με την πάροδο των χρόνων το ξεχνάμε.

Φιλιά, Αντριάνα!

 

image

 

* http://m.youtube.com/watch?v=WQzZk69P69E (υποκλίνομαι στο άκουσμα του)

Συγκατοίκηση: 22τ.μ.

Κάθομαι στο κρεβάτι και πριν χαλαρώσω το κεφάλι μου, μύρισα δέκα φορές το μαξιλάρι απο κάθε πλευρά. Σκεπάζομαι με το πάπλωμα και διστάζω να το ανεβάσω στο λαιμό. Βγάζω τις πατούσες έξω, γιατί είναι έτοιμες να σκάσουν και έχω πάντα δίπλα μου ενα ποτήρι με νερό, αφού πιο πριν το έλεγξα αν εχει δακτυλικά αποτυπώματα απο λάδια ή σπανακια. Φοράω διπλές κάλτσες, και ανοίγω την μπαλκονόπορτα ανα μια ώρα.
Δεν είμαι παστρικια. Ούτε υποχονδρία. Το ενα τέταρτο της καταγωγής πάνω μου δεν ενεργοποιήθηκε ποτε, γιαυτο την καθαριότητα των Ποντίων δεν την έμοιασα ουτε στο ελάχιστο.
Αντιθέτως, το άλλο τέταρτο λειτούργησε για τα καλα και ποτε δεν είχα υστερίες για τις δουλειές κι άνετα ανεβάζω τα πόδια στο τραπέζι. Γυρνάω σπίτι και μέσα στα δέκα λεπτά απόλυτης ηρεμίας

που θελω, πετάω το μπουφάν στο πάτωμα, την τσάντα στην καρέκλα, την μπλούζα στο χαλί και ξεχνάω το αφρόλουτρο μονίμως ανοιχτό.
Φτιάχνω γλυκά και παρατάω τα τσανάκια να τα πλύνει η μαμα μου, χάνω 36457 φορές τη μερα τα handsfree και μου έχουν φέρει το κινητό στο σπίτι γιατί μέσα στη χθεσινοβραδινή σουρα το παράτησα στο μπαρ.
Δεν έχω σαπουνισει ποτε κάδο σκουπιδιών κι όποτε έβλεπα τη γιαγιά μου να το κάνει με αυτό το άθλιο ζουμί που έβγαλε η ανθρωπότητα..το ξύδι..έκλεινα τη μύτη και έφυγα μέτρα μακριά επιδεικτικά.
Έχω χορέψει ξυπόλυτη σε υπαίθρια αμφιθέατρα, ξάπλωσα και σύρθηκα σε πατώματα μουσείου, σκαρφάλωσα σε σκουριασμένα κάγκελα παραθύρων και αγκαλιάστηκα σφιχτά με ανήλικους φυλακισμένους.

Αλλά τώρα έλα να μιλήσουμε για τη συγκατοίκηση, που είναι ενα πιάτο που τρώγεται κρύο… Τέλεια. Και τελεία.

Μπορείς να με κατατάξεις άνετα στις καλοκακομαθημενες κοπέλες σε θέματα σπιτιού. Τα πρώτα χρόνια τα πέρασα στην αυλή της γιαγιάς, με μια πλεκτη αιώρα ανάμεσα στη συκιά και μουσμουλιά, με ποδήλατο, σκαφτικα, κουζινικα και να πίνω νερό απο λάστιχο.
Μετά χτίσαμε το δικό μας σπίτι, όπως το όνειρο κάθε οικογένειας τη δεκαετία του ´90. Μεγάλο.
Είναι κι αυτό το σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα για τα καλοκαίρια. Είναι και το πρώτο φοιτητικό, που ναι μεν ήταν απο την εποχή του 1821, αλλά μέσα η μητερα το έστησε 100% καινούργιο, 100% όμορφα βιώσιμο. Είναι και το αποκορύφωμα, που στο δεύτερο φοιτητικό είχα μια μεγάλη τζαμαρία σε νεόδμητη οικοδομή, με κρυφό φωτισμό κάτω απο τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας.
Είναι σχεδόν έξι χρόνια που έχω φύγει απο το θαλασσί δωμάτιο, με τις πάπιες στον τοίχο και τα κίτρινα καρό κουρτινακια.
Έξι χρόνια να περιμένω να βγει ο προηγούμενος απο το μπάνιο, για να μπω εγώ. Έξι χρόνια να μου χτυπήσουν την πόρτα και να μου πουν «τελείωσες;», μα τι να τελειώσω ανθρωπε μου, δεν ακούς το νερό που τρέχει; Να μην μπορώ να καθίσω πέντε (καλα, δέκα) λεπτά παραπάνω με την πετσέτα, να μη κυκλοφορώ με _ (βάλε ότι θέλεις) μπλούζα…
…και θα μου πεις, μα καλα, τόσα χρόνια γκόμενος δεν έπαιζε να πει μια κουβέντα παραπάνω; Έπαιζε! Αλλά απο απόσταση.
Όταν, λοιπόν, αυτή η απόσταση μηδενίζονταν για πάνω απο δυο μέρες μια ήταν η συμφωνία. Εσυ τα πιάτα, εγώ ηλεκτρική. Εσυ τη τζαμαρία, εγώ μπαλκόνι. Και μια μικρή σημείωση: αυτό που εγώ έχω ενα τέταρτο, αυτός το είχε στο μισό. Αμαρτία να πάει ακαλλιέργητο.
Μια απο τις συνηθισμένες φοιτητικές μαζώξεις που είχαμε ενα βράδυ με τα κορίτσια, δεν θυμάμαι πια αλλά κάποια απο μας είχε πει, οτι η μητέρα της τής έλεγε, ειρωνικά, οτι αυτή τον άντρα της θα τον βάζει στο μπαλκόνι να κοιμάται.
Δεν αντέδρασα, θυμάμαι.
Αντιθέτως, το έκανα εικόνα στο μυαλό μου και παραδέχομαι οτι γέλασα λιγάκι.
Αλλά ας σοβαρευτούμε τώρα…είμαι αυτή που φτιάχνει καφέ και ξυπνάει τον άλλον γλυκά με μουσική.
Μέχρι τώρα όμως…όσες φορές κι αν έτυχε να μείνω με κάποιον μέσα στο ίδιο σπίτι, ήξερα οτι σε Χ Ψ Ω μέρες θα φύγει, γιατί τον περιμένει η δουλειά, το χόμπι, το meeting, οι λογαριασμοί, ο κήπος, το παιδί για τα κοινόχρηστα, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.
Μπορεί να με ενοχλούσε η 1000φορεμενη καλτσα με τα αθλητικά που έπρεπε επιτέλους να αλλαχτούν, ή το μπάνιο που γέμιζε υδρατμούς και έκανε στάμπες το ασπρόμαυρο πάτωμα, ή οτι ξυπνούσε Κυριακή στις δέκα το βράδυ κι έπρεπε να έχω όρεξη για κουβέντα, αλλά τα προσπερνούσα με τα χίλια, γιατί ήξερα οτι κάποια στιγμή θα ξαναειμαι μόνη.
Τι γίνεται όμως όταν αυτή η στιγμή μερα με τη μερα αναβάλλεται όλο και πιο πολύ, θολώνει όλο και περισσότερο και απο το «έκλεισα εισιτήριο για τη Δευτέρα», περνάμε στο βραχνο «πρέπει να μείνω τουλάχιστον άλλο έναν μήνα»;
Τι; Ενα μήνα; Μα για ποια με πέρασες επιτέλους; Για κάποια που ανοίγει την πόρτα της και μπάζει όποιον να ´ναι;! Ή οτι μπορώ να ανέχομαι τη ρευστότητα του λόγου του άλλου;
Και οκ, όταν στο λέει ο αγαπημένος, υπάρχουν τρόποι να σε φέρει στα νερά του και να υποχωρήσεις χωρίς να πάρεις πρέφα. Όταν όμως αυτός ο άλλος εχει μακρύ μαλλί και φοράει φορέματα πιάνοντας τα μαλλιά πλεξούδα;
Σωστά, συγκατοικω με μια κοπέλα εδω και ενάμιση μήνα σε 22 τμ και δεν ταιριάζουμε σχεδόν σε τίποτα. Αφήνει πιάτα με φαγητό στον πάγκο της κουζίνας. Δεν θελω να κάθονται με βρώμικα ρούχα στο μαξιλάρι που ακουμπάω το πρόσωπο μου.
Φοράω γάντια και δεν σιχαίνομαι να αποστείρωσω το μπάνιο. Φωνάζει τη μαμα της να μας κάνει δουλειές. Ξέρω ποιο καθαριστικο είναι για την κάθε επιφάνεια. Στην προηγούμενη δουλειά μου καθάριζα με καμία σιχαμάρα περιττώματα ζώων. Στη δουλειά της με ρώτησαν αν στη συγκατοίκηση είναι καθαρή.
Και που καταλήγω μετά απο όλα αυτά;; Οτι η συγκατοίκηση θέλει γερά νεύρα, εγρήγορση και αμοιβαίες υποχωρήσεις. Δεν ξέρω αν έπρεπε να βρεθεί στο δρόμο μου αυτή η μικρή Τουρκάλα για να μου το μάθει, ουτε οτι έπρεπε να φτάσω ως την άλλη χώρα για να μάθω να κάνω κι άλλη υπομονή.
Ξέρω απλα οτι όταν συγκατοικείς σε ενα τύπου σπίτι/σε ενα δωμάτιο 22τμ, επιβάλλεται να σέβεσαι τα προσωπικά πράγματα του άλλου και η διακριτικότητα να είναι δεδομένη.
Τώρα, το πως είναι να συγκατοικεί μια ελληνίδα και μια Τουρκάλα, παντελώς άγνωστες μεταξύ τους θέλει άλλο κείμενο να αναλυθεί. Ίσως και στο επόμενο.
Δεν έχω χρυσούς κανόνες συγκατοίκησης να σου παραθέσω, κάθε σπίτι εχει τα δικά του dos and donts. Καθένας τα δικά του όρια, που αν τα κάνει σαφές απο νωρίς θα προλάβει πολλές άσχημες καταστάσεις. Εγώ δεν τα έκανα, ήμουν ανίδεη, αμαθη και ανυποψίαστη. Βλέπεις, δεν είχα κάποια συνομήλικη ή μεγαλύτερη φίλη με ανάλογα εμπειρικά δεδομένα για να έχω ενα πλαίσιο αναφοράς. Όποτε, ναι…τη βλέπω να γυρνάει απο τη δουλειά και με το παντελόνι που έχουν πέσει πάνω του λάδια και ψυχούλα τυρόπιτας να κάθεται πάνω στη φλις μωβ κουβέρτα μου που κουβάλησα απο Ελλάδα, γυρνάω σπίτι και βλέπω το πάπλωμα στο πάτωμα έχοντας να μπει σκούπα δυο βδομάδες σε σπίτι δυο μακρομαλλουσων κοριτσιών. Με νευριάζει που βλέπω στοίβα τα μισογεμάτα πιάτα στην κουζίνα να μυρίζουν και η κατσαρόλα να εχει παντού λάδια. Αλλά είναι που δεν θελω να παρεξηγηθώ και το βουλώνω μέχρι να φυγει και να περαςει το σπίτι στα χέρια μου. Είναι που είμαι φιλοξενούμενη όσο κι αν πληρώνω ενοίκιο. Είναι που προτιμώ να πιάσω το ξύδι και το γάντι παρά να μυρίσουν τα ρούχα μου μούχλα. Είναι που προσέχω τη μυρωδιά του σώματος. Είναι που είμαι λίγο πιο μεγάλη. Είναι που έχω γερά νεύρα και ξεχνάω μερικές φορές να θέσω τα δικά μου όρια, που συγκατοίκηση χωρίς όρια και μικρές στιγμές ιδιωτικότητας είναι αδύνατο να υπάρξει. Το δικό σου είναι δικό σου και το δικό μου, δικό μου. Δεν λες συγγνώμη όταν δεν θέλεις να δανείσεις κάτι και δεν νιώθεις τύψεις όταν χρησιμοποιείς κάτι που σου επιτρέπει. Φυσικά και θα καθαρίσεις τις τρίχες απο το μπάνιο αφού λουστηκες προ ολίγου και εννοείται πως έχεις μερίδιο ευθύνης στη φροντίδα και καθαριότητα σπιτιού, αλλά οχι για τα πεταμένα της λερωμένα ρούχα πάνω στο τραπέζι που διαβάζεις ή τρως αν δεν τα πεταξες εσυ.
Θα τύχει να φωνάξεις, να αγανακτησεις, να θυμώσεις..είναι επιλογή σου αν θα το εκδηλώσεις.
Και παρά τις μεγάλες αντιθέσεις που γράφονται πιο πάνω, η συγκατοίκηση αποτελεί ενα μεγάλο σχολείο. Σχολείο που αν θέλεις…κατα κάποιον τροπο σε δαμάζει. Δεν λέω οτι είναι καλο ή κακό, ο καθένας μόνος του χειρίζεται τα δεδομένα του, αλλά σίγουρα σου χαρίζει μέρες πλούσιες στο να σκεφτείς. Να σκεφτείς τι θέλεις απο τον άνθρωπο/σύντροφο ζωής που πιθανώς κάποια στιγμή επιλέξεις να συγκατοικησεις μαζι του, ή απο τον εαυτό σου σε διαδικασίες αποδοχής των πλευρών σου.
Μπορείς επίσης και να το βάλεις στα πόδια! Γιατί ποιος θα σε παρεξηγήσει; Μόνο κάτι φοιτήτριες σαν κι εμένα, που συγκατοικούσαν μόνο με τον εαυτό τους και τις _ (βαλε οτι θέλεις) μπλούζες τους.

image
Φιλια, Αντριάνα!